Ιστορία της ελληνικής τυπογραφίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το πρώτο ελληνικό βιβλίο: η Ἐπιτομὴ του Κωνσταντίνου Λάσκαρι με χαρακτήρες του Δημητρίου Δαμιλά, Μιλάνο, 1476

Η ιστορία της ελληνικής τυπογραφίας αρχίζει το 1465 με κείμενα που άρχισαν να τυπώνονται από Ιταλούς τυπογράφους, ενώ το 1476 εκδόθηκε το πρώτο αποκλειστικά ελληνικό κείμενο από Έλληνα τυπογράφο, η «Ἐπιτομὴ τῶν ὀκτὼ τοῦ λόγου μερῶν» του Κωνσταντίνου Λάσκαρι, βιβλίο ελληνικής γραμματικής. Προς το τέλος του 15ου αι., ο Άλδος Μανούτιος άρχισε να τυπώνει στη Βενετία πολλά ελληνικά βιβλία, είτε γραμματικές της ελληνικής είτε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας φροντισμένα από Έλληνες λόγιους που είχαν φύγει από την Κωνσταντινούπολη. Ως το 1500 είχαν τυπωθεί τουλάχιστον 80 ελληνικά βιβλία. Η εκδοτική δραστηριότητα εμπλουτίστηκε με θρησκευτικά και λειτουργικά κείμενα, αλλά και με ιστορικοφιλολογικά και λογοτεχνικά έργα. Στην εκδοτική αγορά του 16ου αιώνα κυριαρχούν ιταλικοί εκδοτικοί οίκοι (Giuliani και Pinelli), αλλά και αργότερα στον ίδιο αιώνα ενεργοποιήθηκαν βενετικοί οίκοι, με Έλληνες ιδιοκτήτες (Νικόλαος Γλυκύς, 1670 και Νικόλαος Σάρος, 1686).

Τον 16ο και 17ο αιώνα εκδόθηκαν ελληνικά βιβλία και στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε άλλα πνευματικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στην Μολδαβία και την Βλαχία, ιδίως με θρησκευτικά κείμενα. Το 1731 ιδρύθηκε στη Μοσχόπολη το δεύτερο τυπογραφείο στον Ελλαδικό χώρο, μετά από αυτό της κωνσταντινούπολης. Το 1798 ιδρύεται από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, το Πατριαρχικό Τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη το οποίο λειτουργεί έως σήμερα. Από τα τέλη του 17ου αιώνα τυπώθηκαν ελληνικά βιβλία καθώς και εφημερίδες και περιοδικά σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις όπως τη Λειψία, τη Βιέννη, την Πετρούπολη, την Οδησσό, τη Μόσχα, καθώς και στα Ιόνια Νησιά, συνεισφέροντας στην προετοιμασία του ελληνικού έθνους για την επερχόμενη επανάσταση. Τον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης εμφανίζονται και τα πρώτα τυπογραφεία στις περιοχές που σιγά-σιγά ελευθερώνονταν, Καλαμάτα-Κορίνθο (1821-1822), Μεσολόγγι (1823-1825), Ύδρα (1824-1827), Αθήνα (1825-1826), Ψαρά (1824).

Στο νέο ελληνικό κράτος, ο Καποδίστριας ιδρύει στην Αίγινα, την «Εθνική Τυπογραφία» (1827-1834) που με την έλευση του Όθωνα θα ονομαστεί «Βασιλική Τυπογραφία». Ιδιώτες τυπογράφοι αρχίζουν να δραστηριοποιούνται στο Ναύπλιο, την Αίγινα, την Ύδρα, τη Σύρο και σταδιακά με την ανάπτυξη της πρωτεύουσας μετακομίζουν στην Αθήνα, όπου συγκεντρώθηκε η εκδοτική παραγωγή.[1]

Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως: Το πρώτο φύλλο (ΦΕΚ), Ναύπλιο, 16/28 Φεβρουαρίου 1833.

Η φυγή των λογίων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς τη Δύση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο το 1455, και η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453 με την επακόλουθη φυγή αρκετών λογίων προς τη Δύση και ιδιαίτερα προς την Ιταλία, δημιούργησε τις προϋποθέσεις ανάπτυξης της μελέτης των αρχαίων Ελλήνων κλασικών συγγραφέων και την εδραίωση της ελληνικής τυπογραφίας.

Πράγματι, Έλληνες φιλόσοφοι, καθηγητές και θεολόγοι όπως ο Εμμανουήλ Χρυσολωράς, ο Θεόδωρος Γαζής,ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ο Βησσαρίων, ο Κωνσταντίνος Λάσκαρις, ο Μανουήλ Μοσχόπουλος, ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο Ανδρόνικος Κάλλιστος, ο Μάρκος Μουσούρος, ο Ιουστίνος Δεκάδυος, και άλλοι θα παραδώσουν μαθήματα σε όλα τα φημισμένα ιταλικά πανεπιστήμια του καιρού τους αλλά και στις αυλές των ισχυρών Ιταλών ηγεμόνων, θα μεταφράσουν στα Λατινικά από το πρωτότυπο πλέον τους αρχαίους Έλληνες, και με την ταυτόχρονη ανακάλυψη της τυπογραφίας θα εκδώσουν τα πρώτα βιβλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

«Ποτέ άλλοτε στην ιστορία του πνεύματος δεν παρατηρήθηκε το φαινόμενο λίγες δεκάδες λόγιοι να κατορθώσουν να μεταλαμπαδεύσουν μια εθνική γραμματειακή παράδοση σε ένα ανθρωπιστικό κίνημα που σφράγισε και σφυρηλάτησε ανεξίτηλα τη σκέψη ενός ολόκληρου κόσμου παρά κατά τη σταδιακή έξοδο της Βυζαντινής λογιοσύνης που παρατηρήθηκε από τις αρχές του 14αι και κορυφώθηκε μετά το 1453. Όλα άρχισαν το 1396, όταν ο μεγάλος Βυζαντινός λόγιος και διπλωμάτης ο Mανουήλ Xρυσολωράς κλήθηκε να διδάξει συστηματικά την ελληνική γλώσσα στο STUDIUM της Φλωρεντίας. Aπό τότε άρχισαν να συνειδητοποιούν στην Iταλία, όπως και οι εκφραστές του αναγεννησιακού πνεύματος στο Bορρά, ότι χωρίς την κατανόηση των ελληνικών γραμμάτων και την ευρύτερη διάδοσή τους κάθε δρόμος προς την αναγέννηση οδηγούσε σε αδιέξοδο.»[2]

Η ελληνική τυπογραφία κατά την Αναγέννηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικά κείμενα άρχισαν να τυπώνονται πρώτη φορά στην Ιταλία, από τη δεκαετία του 1470, από Ιταλούς και Γερμανούς τυπογράφους, στα πλαίσια των αναζητήσεων στην αρχαία ελληνική γραμματεία που πυροδοτήθηκε με την περίοδο της Αναγέννησης. Υπολογίζεται ότι μέχρι το τέλος του 15ου αιώνα είχαν εκτυπωθεί 66 ελληνικά βιβλία σε σύνολο 40.000 βιβλίων.[3]

Τα πρώτα ελληνικά κείμενα, ήταν κυρίως γραμματικές, που σκοπό είχαν να ενισχύσουν την εκμάθηση των αρχαίων ελληνικών, στα πανεπιστημιακά κέντρα της Ιταλίας. Κύρια θέση σε αυτή τη παραγωγή κατέχει το βιβλίο «Ἐρωτήματα» του Εμμανουήλ Χρυσολωρά, μια γραμματική που έγραψε ο βυζαντινός αυτός λόγιος, με σκοπό να βοηθήσει την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από τους δυτικούς σπουδαστές.

Τα πρώτα ελληνικά βιβλία προήλθαν από το τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου στη Βενετία. Ο πρώην άσημος δάσκαλος συγκρότησε τυπογραφείο και πλαισιωμένος από τους Έλληνες λόγιους που ζούσαν τότε στην Ιταλία άρχισε να εκδίδει βιβλία και στην Λατινική και στην Ελληνική, με απώτερο σκοπό να εκδώσει το σύνολο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Συνεργάτες του υπήρξαν ο Μάρκος Μουσούρος, ο Δημήτριος Δούκας, ο Ιωάννης Γρηγορόπουλος.

Ἀριστοτέλους ἔργα (Opera). Από το τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου, Βενετία 1495.

Ο Μανούτιος προχώρησε στη μνημειώδη έκδοση του συνόλου των έργων του Αριστοτέλη, των κωμωδιών του Αριστοφάνη, καθώς και τη πρωτοποριακή για την εποχή έκδοση τσέπης (μικρόσχημη έκδοση) των τραγωδιών του Σοφοκλή η οποία κυκλοφόρησε σε 2000 αντίτυπα το 1502. Επίσης, ο Άλδος Μανούτιος θα «χύσει» τα δικά του ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία, χειρόγραφης έμπνευσης που θα κυριαρχήσουν στην ελληνική τυπογραφία για αρκετούς αιώνες.

Αργότερα ελληνικά βιβλία θα τυπωθούν και σε άλλα τυπογραφεία της δυτικής Ευρώπης: από το 1507 στο Παρίσι, το 1514 στο Πανεπιστήμιο Αλκαλά της Ισπανίας, από το 1516 στη Βασιλεία της Ελβετίας, από το 1543 στην Αγγλία, κ.λ.π.[4] Το πρώτο βιβλίο με συνεχές ελληνικό κείμενο που εκδόθηκε ποτέ ήταν η «Βατραχομυομαχία», που τότε θεωρούνταν έργο του Ομήρου. Το βιβλίο αυτό τυπώθηκε το 1474 από τον τυπογράφο Thomas Ferrandus στην Μπρέσια της Ιταλίας. Το βιβλίο περιέχει το ελληνικό κείμενο στη μια πλευρά και την λατινική έμμετρη μετάφραση του στην άλλη, ενώ ανάμεσα στους στίχους του ελληνικού κειμένου υπάρχει η λατινική πεζή μετάφρασή του, γραμμή προς γραμμή. Το μοναδικό σωζόμενο αντίτυπο αυτού του βιβλίου υπάρχει στη βιβλιοθήκη John Rylands στο Μάντσεστερ της Αγγλίας.[5]

Πρώτο όμως εξ ολοκλήρου ελληνικό και χρονολογημένο βιβλίο είναι η Ἐπιτομή τῶν ὀκτὼ τοῦ λόγου μερῶν, γραμματική του Κωνσταντίνου Λάσκαρη. Το βιβλίο τύπωσε ο Ιταλός Dionigi Paravicino. Μάλιστα για τις ανάγκες του βιβλίου ο Κρητικός λόγιος και κωδικογράφος [6]Δημήτριος Δαμιλάς δημιουργεί και τα πρώτα ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία, επιμελείται της έκδοσης, και προλογίζει το βιβλίο. Αντίτυπο του βιβλίου υπάρχει και στην Εθνική Βιβλιοθήκη.[7]

Ο Δαμιλάς θα τυπώσει στη Φλωρεντία το 1484 σε νέα έκδοση τα «Ἐρωτήματα» του Χρυσολωρά [8] και το 1488 ολόκληρο το ομηρικό έργο στο βιβλίο «Ὅμηρος, [τα σωζόμενα]» σε 2 τόμους, με την επιμέλεια του λόγιου Δημήτριου Χαλκοκονδύλη και με τα δικά του τυπογραφικά στοιχεία.

Τα πρώτα ελληνικής ιδιοκτησίας τυπογραφεία ιδρύθηκαν στη Βενετία, το 1486 και το 1499. Το πρώτο, του 1486 ανήκε στους Κρήτες Αλέξανδρο και Λαόνικο (Νικόλαο Καββαδάτο), πρωτόπαππα των Χανίων από τον Χάνδακα (Ηράκλειο) λειτούργησε μάλλον, σε κάποιο σπίτι και τύπωσε κάποια βιβλία για τους Έλληνες μαθητές των σχολείων της Βενετίας, ανάμεσα στα οποία και την ψευδοομηρική «Βατραχομυομαχία» το 1486 αλλά και το «Ψαλτήριο». Το δεύτερο, ελληνικό τυπογραφείο συστήθηκε και αυτό στη Βενετία πάλι από δυο Κρητικούς το Νικόλαο Βλαστό και τον Ζαχαρία Καλλιέργη, και λειτούργησε για δυο μόνο χρόνια, το 1499 και το 1500. Ο Βλαστός υπήρξε ο χρηματοδότης της επιχείρησης ενώ ο Καλλιέργης –πρώην κωδικογράφος- ο τυπογράφος και σχεδιαστής των πρώτων νέων ελληνικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν στην έκδοση του Μεγάλου Ἐτυμολογικοῦ Λεξικοῦ του 1499.

Συνεργάτες των δυο αυτών τυπογράφων ήταν ανάμεσα στους άλλους και οι διάσημοι λόγιοι της εποχής, ο Μάρκος Μουσούρος και ο Ιωάννης Γρηγορόπουλος, επίσης Κρητικοί. Μάλιστα για να εξάρει την κρητική ταυτότητα των συνεργατών ο Μάρκος Μουσούρος έγραψε το παρακάτω στιχούργημα που τυπώθηκε στο Μέγα Ἐτυμολογικόν:

Κρητικός είναι αυτός που τα σκάλισε, Κρητικός κι αυτός που αράδιασε τους χάλκινους τύπους, Κρητικός αυτός που τα κέντησε ένα ένα, Κρητικός αυτός που τα έχυσε στο μολύβι- και Κρητικός κάνει τα έξοδα, εκείνος που έχει το όνομα της νίκης - Κρητικός κι αυτός που γράφει τούτο το εγκώμιο. Στους Κρητικούς παραστέκεται ευνοϊκός ο Δίας ο κρητικός.

[9]

« Κρής γάρ ὁ τορνεύσας, τα δε χαλκία Κρής ὁ συνείρας,

Κρής ὁ καθέν στίξας, Κρής ὁ μολυβδοχύτης, Κρής δαπανᾶ νίκης ὁ φερώνυμος αὐτός ὁ κλείων Κρής τάδε. Κρησίν ὁ Κρής ἤπιος αἰγίοχος.

 »

Το τυπογραφείο εξέδωσε άλλους 3 τίτλους βιβλίων, ιδιαίτερα προσεγμένους και καλαίσθητους.[10] Το «Ὑπόμνημα εἰς τὰς δέκα κατηγορίας τοῦ Ἀριστοτέλους» του Σιμπλίκιου, το 1499 και τα «Ὑπόμνημα εἰς τὰς πέντε φωνάς» του Αμμώνιου του Ερμεία και «Θεραπευτική» του Γαληνού, το 1500. Το τυπογραφείο αυτό λειτούργησε με την υψηλή εποπτεία και βοήθεια της κόρης του μεγάλου δούκα της Κωνσταντινούπολης Λουκά Νοταρά, της Άννας Νοταρά και ξεχώρισε για την υψηλή αισθητική του, την περίτεχνη οικογένεια γραμμάτων που χρησιμοποιούσε, και τα όμορφα πρωτογράμματα και επίτιτλα τυπωμένα με κόκκινη μελάνη.[11] Η τυπογραφική επιχείρηση όμως δεν ήταν κερδοφόρα και γι’ αυτό σταμάτησε τη λειτουργία της τόσο γρήγορα. Για τον Βλαστό δεν έχουμε κανένα στοιχείο ότι συνέχισε την ενασχόληση με την τυπογραφία αντίθετα με τον Ζαχαρία Καλλιέργη που το 1509 σύστησε εκ νέου τυπογραφείο στη Βενετία αυτή τη φορά. Εκεί θα τυπώσει 4 ελληνικά βιβλία, οικονομικά προσιτά στο ευρύτερο ελληνικό κοινό: «Ἐξεψάλματα», «Ἔκθεσις παραινετικὴ τοῦ Ἀγαπητοῦ διακόνου», το «Ὡρολόγιον», βιβλία χριστιανικού περιεχομένου που χρησίμευαν και ως βοηθήματα μάθησης, και το λογοτέχνημα του Κρητικού Μπεργαδή «Ὁ Ἀπόκοπος» — το πρώτο λαϊκό λογοτεχνικό ανάγνωσμα.

Η εδραίωση της ελληνικής τυπογραφίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1500-1600[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο τυπογραφικό σήμα του εκδοτικού οίκου του Ζαχαρία Καλλιέργη

Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης συνεχίζει την εκδοτική του δραστηριότητα από το 1515 στη Ρώμη. Εκεί με τη φροντίδα του πάπα αλλά και την οικονομική χορηγία ενός μαικήνα των γραμμάτων, του Cornelio Benigni, θα εκδώσει τη πρώτη, σχολιασμένη, έκδοση των «Ὠδῶν» του Πινδάρου. Ο Καλλιέργης τα επόμενα χρόνια θα εκδώσει κυρίως λατινικά κείμενα, για το κοινό της Δύσης, και δυο ελληνικά, την «Ὀκτώηχο» το 1520 και το «Λεξικό» του Ιταλού ελληνιστή Guarino Favorino, το 1523. Στη Ρώμη δραστηριοποιούνταν ήδη, στο κύκλο του αρχαιολάτρη πάπα Λέοντα Ι’, ο διάσημος λόγιος Ιανός Λάσκαρις, ο οποίος κατόρθωσε να πείσει τον πάπα να ιδρύσει στη Ρώμη το 1513, Ελληνικό Γυμνάσιο για τους αριστούχους μαθητές του υποδουλωμένου ελληνικού χώρου που ήθελαν και μπορούσαν να συνεχίσουν σε ανώτερες σπουδές. Ο Λάσκαρης έστησε και το τυπογραφείο του Ελληνικού Γυμνασίου, εκδίδοντας ελληνικά βιβλία για την ενίσχυση των σπουδών των μαθητών, όπως τα «Σχόλια εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα» το 1517, «Ὁμηρικά ζητήματα» το 1518 και «Σχόλια» στις τραγωδίες του Σοφοκλή το 1518. Μάλιστα το 1517 ο πάπας Λέων Ι’ για να βοηθήσει τη νεοσύστατη τυπογραφία έδωσε σε αυτήν το προνόμιο αποκλειστικής έκδοσης και πώλησης των βιβλίων για τα επόμενα 10 χρόνια, δηλ. μέχρι το 1527 [12] Τα ελληνικά βιβλία που εκδόθηκαν ως το τέλος του 14ου αιώνα (1476-1500) είναι 32 και ονομάζονται αρχέτυπα.

Στη Βενετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παρουσία του πατρινού εμπόρου Ανδρέα Κουνάδη στη Βενετία, και η συνεργασία του με τους Ιταλούς αδερφούς Σάβιο, θα σημάνει την έναρξη ενός μακρόβιου ελληνικού τυπογραφείου και θα καταστήσει τη Βενετία το κέντρο της ελληνικής εκδοτικής δραστηριότητας μέχρι τον 19ο αιώνα. Ο Κουνάδης αφού μαθήτευσε στο τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου κα γνώρισε τους αδερφούς Σάβιο, πρότεινε στον έναν, τον Στέφανο να συνεταιριστούν στην ίδρυση τυπογραφείου και έτσι το 1521 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο το σταθερής αξίας και αναγνωσιμότητας «Ψαλτήριο». Ο Κουνάδης δυστυχώς θα πεθάνει ύστερα από δυο χρόνια και ο εκδοτικός οίκος θα περάσει στα χέρια του πεθερού του Δαμιανού (Damiano di Santa Maria), που σε συνεργασία με τους Σάβιο θα συνεχίσουν τη παραγωγή του οίκου και την έκδοση βιβλίων. Οι αδερφοί Ιωάννης και Πέτρος Σάβιος θα εκδώσουν το 1535 την «Opera Quendam» τα συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου στα ελληνικά, αλλά και το «Τυπικὸν καὶ τὰ ἀπόρρητα» το 1545, ένα από τα πρώτα θρησκευτικά λειτουργικά βιβλία που εκδόθηκαν. Η έκδοση φέρει το τυπογραφικό σήμα του Κουνάδη.

Εκτός από τα θρησκευτικού περιεχομένου βιβλία που θα εκδώσουν όπως τα «Παρακλητική», «Εὐχολόγιον», και «Τριώδιον», θα εκδώσουν και λογοτεχνικά έργα της Κρητικής λογοτεχνίας που τότε γνώριζε μια πολιτιστική άνοιξη, όπως την «Ιστορία του Ταγιαπιέρα», το «Πένθος θανάτου», «Ἀπολλώνιος» και άλλα. Το τυπογραφικό σήμα του Κουνάδη (ένα κουνάβι μέσα σε θυρεό)[13] καθώς και ο τίτλος του τυπογραφείου «Τύπος Κουνάδου» θα χρησιμοποιείται μέχρι και το 1600 από τους απογόνους του Δαμιανού που συνεχίζουν την επιχείρηση μέχρι τότε.

Άλλοι σημαντικοί Έλληνες τυπογράφοι της εποχής είναι ο Κερκυραίος λόγιος Νικόλαος Σοφιανός ιδιοκτήτης ενός βραχύχρονου τυπογραφείου στη Βενετία στο οποίο τύπωσε μόνο 3 βιβλία,και ο επίσης Κερκυραίος Ιππόλυτος Βάρελης, ιδιοκτήτης τυπογραφείου από το 1564 έως το 1580 [14]

Αλλά και ξένοι, Ιταλοί τυπογράφοι, θα εκδώσουν πολλές σειρές ελληνικών βιβλίων όπως οι εκδοτικοί οίκοι των Da Sabbio που εκδίδουν ελληνικά βιβλία από το 1521-1551, οι Zanetti από το 1535-1605, και οι Spinelli από το 1548 έως το 1579. Συνολικά όλον τον 16ο αιώνα εκδίδονται 634 περίπου ελληνικά βιβλία, που ονομάζονται παλαιότυπα, και το 55% αυτών είναι θρησκευτικού (λειτουργικού) περιεχομένου. Το 30% είναι εκδόσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, λεξικά και γραμματικές και τέλος το 14% περιλαμβάνει ιστορικοφιλολογικά και λογοτεχνικά έργα.[15]

1600 – 1700[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι την εμφάνιση του Νικολάου Γλυκύ στο τυπογραφικό χώρο, ελληνικά βιβλία εξέδιδαν Ιταλοί τυπογράφοι, που απασχολούν πολλούς Έλληνες λογίους στην επιμέλεια των εκδόσεων τους. Ξεχωρίζουν στη Βενετία οι Pinelli που από το 1600 έως το 1676 εκδίδουν 130 ελληνικούς τίτλους και οι Giuliani που από το 1582 έως το 1690 εκδίδουν 199 τίτλους. Οι Giuliani, Ιουλιανοί επί το ελληνικότερον, εξέδωσαν ανάμεσα στα άλλα τη «Θεία Λειτουργία» του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου το 1687, ένα από τα πιο όμορφα παλαίτυπα βιβλία. Επίσης ο οίκος θα εκδώσει για πρώτη φορά και την «Ἐρωφίλη» του Γεώργιου Χορτάτζη το 1637.[16]

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της Ἐρωφιλης του Γεωργίου Χορτάτζη, 1637.

Τέλος, μερίδιο στην έκδοση ελληνικών βιβλίων διεκδικεί και η Congegatio de Propaganda Fide (το Συμβούλιο Προπαγάνδας υπέρ της Καθολικής Πίστης του Βατικανού) που εκδίδει από το 1628 έως το 1677 45 ελληνικούς τίτλους όλους για προσηλυτιστικούς σκοπούς.[17]

Το 1647 ο έμπορος από τα Γιάννενα, Νικόλαος Γλυκύς, μετοίκησε μόνιμα στη Βενετία, και αποφάσισε να ασχοληθεί με την τυπογραφία. Ο Γλυκύς αγόρασε το τυπογραφείο του Αλμπρίτζι το 1670, αποκτώντας και το προνόμιο αποκλειστικής παραγωγής ελληνικών τίτλων. Μέχρι το θάνατό του, το 1693, τύπωσε 106 διαφορετικούς τίτλους βιβλίων, κυρίως θρησκευτικού-λειτουργικού περιεχομένου. Μετά το θάνατό του, ο οίκος πέρασε στους κληρονόμους του, και γνώρισε μια προσωρινή κάμψη μέχρι το 1721 που στα χέρια του εγγονού του, Νικόλαου Γλυκύ του νεότερου, θα γνωρίσει καινούρια ανάπτυξη. Το 1729 μάλιστα εκδίδει και το βιβλίο του Θεόφιλου Κορυδαλλέα «Εἰς ἅπασαν τὴν Λογικὴν τοῦ Ἀριστοτέλους» για πρώτη φορά. Ως το 1788 ο αριθμός των πιεστηρίων διπλασιάστηκε, οι τεχνίτες τυπογράφοι ανήλθαν στους 20 και οι τίτλοι έφτασαν στους 400. Ο οίκος συνέχισε τη λειτουργία του και τα επόμενα χρόνια, μέχρι και την περίοδο του Νεοελληνικού διαφωτισμού και ως το 1820 ήταν ισχυρός και ακμαίος. Ωστόσο μετά το 1831 η επιχείρηση αρχίζει σιγά-σιγά να παρακμάζει μέχρι που κλείνει οριστικά γύρω στο 1850.

Ο δεύτερος σημαντικός τυπογραφικός-εκδοτικός οίκος ήταν του Νικολάου Σάρου.

Βιβλίο ιστορίας, έκδοση του 1691 απο το τυπογραφείο του Νικολάου Σάρου.

Ο Νικόλαος Σάρος, ηπειρώτης και αυτός, μετοίκησε στη Βενετία γύρω στο 1680 και άρχισε τη δική του εκδοτική δραστηριότητα, με βιβλία που το αναγνωστικό τους κοινό βρισκόταν στην τουρκοκρατούμενη και βενετοκρατούμενη Ελλάδα. Ο εκδοτικός οίκος λειτούργησε ως το 1788 αν και από το 1706 είχε αγοραστεί από τον Αντώνιο Βόρτολι. Ο εκδοτικός οίκος του Σάρου στο διάστημα 1685-1788, εξέδωσε 298 βιβλία.[17]

Τέλος ο οίκος του επίσης ηπειρώτη από τα Γιάννενα, Δημητρίου Θεοδοσίου, άρχισε τη λειτουργία του το 1755, εκδίδοντας και πολλά βιβλία στη σλαβική γλώσσα, για τους σλαβόφωνους πληθυσμούς των Βαλκανίων. Το πρώτο βιβλίο που βγήκε από τα πιεστήριά του ήταν η «Βίβλος ενιαύσιος την άπασαν εκκλησιαστική ακολουθίαν ανελλιπώς περιέχουσα». Το 1767 εκδίδει το βιβλίο του Ιωάννη Στάνου «Βίβλος χρονική περιέχουσα την Ιστορίαν της Βυζαντίδος», σε 6 τόμους και το 1778 εκδίδει την «Ιστορία εις την οποία περιέχεται ο Βίος και οι Ανδραγαθίες του περιβόητου Βασιλέως Αλεξάνδρου του Μακεδόνος», ένα από τα πολλά λαϊκά αναγνώσματα της εποχής που δημιούργησαν και συντήρησαν τους θρύλους γύρω από τον Μέγα Αλέξανδρο. Το 1782 πεθαίνει ο Δημήτριος Θεοδοσίου και τη διεύθυνση αναλαμβάνει ο αδερφός του, Πάνος. Το τυπογραφείο έχει εξελιχθεί σε διαβαλκανικό κόμβο, καθώς προωθεί βιβλία στη Βοσνία, τη Σερβία, τη Βλαχία, τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία. Το τυπογραφείο θα συνεχίσει τη λειτουργία του, μέχρι το 1820. Σε όλα αυτά τα χρόνια, ο οίκος θα εκδώσει 544 ελληνικά βιβλία, καθώς και σλαβικά και αρμενικά.[18]

Το τυπογραφικό σήμα του οίκου Θεοδοσίου.

Τον 17ο αιώνα εκδίδονται 960 βιβλία στην ελληνική γλώσσα, με τα θρησκευτικά και λειτουργικά βιβλία να εξακολουθούν να έχουν τη μερίδα του λέοντος με ποσοστό 70%, τα λογοτεχνικά-ιστορικοφιλολογικά να ακολουθούν με 15% και οι εκδόσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων με 13%.[17]

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν η Βενετία θα χάσει τα σκήπτρα στη παραγωγή ελληνικών βιβλίων καθώς χάνει και την ίδια την αυτόνομη ύπαρξη της, αφού το κράτος της Βενετίας θα καταλυθεί από τον Ναπολέοντα το 1797. Εξάλλου και η ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους θα στρέψει τους εκδότες στην ίδρυση τυπογραφείων στην ελεύθερη πια, πατρίδα τους. Το 18ο αιώνα θα τυπωθούν συνολικά 3.562 ελληνικά βιβλία, με το 62% από αυτά να έχουν εκδοθεί στη Βενετία

Η Ελληνική τυπογραφία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κωνσταντινούπολη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία η καινούργια εφεύρεση του τυπογραφείου θα αργήσει να φτάσει και πολύ περισσότερο να ευδοκιμήσει. Οι Τούρκοι είδαν με εξαιρετική καχυποψία τη νέα εφεύρεση και ήταν οι μη μουσουλμανικές εθνότητες που θα εγκαταστήσουν και θα λειτουργήσουν τυπογραφεία στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Συγκεκριμένα ένα αρμένικο τυπογραφείο θα λειτουργήσει στη Κωνσταντινούπολη το 1567, ένα εβραϊκό και ένα αρμένικο στη Θεσσαλονίκη την ίδια περίπου περίοδο ενώ το πρώτο τούρκικο θα κάνει την εμφάνισή του το 1727, στο Σκούταρι της Κωνσταντινούπολης.

Το 1620 ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις, θα εδραιώσει μια τυπογραφική επιχείρηση, για να αντιμετωπίσει την επίθεση της Καθολικής εκκλησίας, που με αφθονία συγγραμμάτων προσπαθούσε να προσηλυτίσει ορθόδοξους πιστούς.[19]

Ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις.

Ο Λούκαρις, έστειλε τον κεφαλλονίτη κληρικό Νικόδημο Μεταξά στο Λονδίνο το 1620, για να μάθει την τυπογραφική τέχνη. Ο Μεταξάς όσο καιρό ζούσε στο Λονδίνο εξέδωσε κάποια βιβλία στην ελληνική όπως το «Βιβλίο τοῦ Ὀρθού Λόγου» το 1625, το «Λόγοι ἀποδεικτικοὶ τοῦ Γρηγόριου Παλαμᾶ» το 1626, και το «Περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα» του Μελέτιου Πηγά πάλι το 1626. Έτοιμος πια το 1627, φτάνει στη Κωνσταντινούπολη εφοδιασμένος με πιεστήριο και τυπογραφικά στοιχεία και εγκαθιστά το τυπογραφείο του, σε ένα νοικιασμένο οίκημα της πόλης. Από εκεί το 1627 εκδίδεται η «Τοῦ Μακαριωτάτου καὶ Σοφωτάτου Πατρός ἡμῶν Πάπα καὶ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας … σύντομη πραγματεῖα περὶ Ἰουδαίων». Ωστόσο το τυπογραφείο δεν ευτύχησε. Με τις συντονισμένες προσπάθειες του Γάλλου πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη και των Ιησουιτών θεολόγων, η Υψηλή Πύλη εξέδωσε απόφαση που απαγόρευε την εκτύπωση βιβλίων και μάλιστα απέπεμψε τον Μεταξά από τη πόλη μαζί με τον εξοπλισμό του.[20]

Ο Λούκαρις συνέχισε τις εκδοτικές προσπάθειες του από ευρωπαϊκά τυπογραφεία πλέον, εκδίδοντας το 1638, από τυπογραφείο της Γενεύης την Καινή Διαθήκη μεταφρασμένη στην κοινή ελληνική, έργο του μοναχού Μάξιμου του Ρόδιου.

Το Βατικανό δεν έμεινε άπραγο, φυσικά. Με τη βοήθεια Ελλήνων λογίων Καθολικών και με τον εκδοτικό μηχανισμό της Sacra Congregatio de Propaganda Fide τύπωσε πολλά βιβλία στα ελληνικά. Αρχή έκανε με το έργο του Πέτρου Αρκούδιου «Διδασκαλία χριστιανικὴ ὀρθόδοξη» το 1628, και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το δίγλωσσο έργο (ελληνικά και λατινικά) «Ἑρμηνεῖα τῶν πέντε κεφαλαίων ὅπου περιέχει ἡ ἀπόφασις τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας» που πραγματεύεται τις κυριότερες διαφορές της Καθολικής από την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, η χρήση ένζυμου ή άζυμου άρτου κ.ά. Ακολούθησαν πολλά βιβλία, κυρίως γραμματικές που μοιράζονταν δωρεάν στα ελληνικά σχολεία αλλά και πολλά θεολογικά συγγράμματα που προπαγάνδιζαν την ιδέα της ένωσης των δυο εκκλησιών.

Το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης έκανε την επόμενη προσπάθεια για ίδρυση τυπογραφίας το 1752 επί Πατριάρχη Κύριλλου του Ε’ που θα καθοδηγήσει την έκδοση 4 βιβλίων ενώ το 1763 ο Πατριάρχης Σαμουήλ Α’ θα εκδώσει ακόμα μερικά βιβλία. Τυπογραφείο ως επίσημο όργανο του Πατριαρχείου δεν θα ιδρυθεί παρά το 1797 επί Πατριαρχίας του Γρηγορίου του Ε’. Το τυπογραφείο με εκδότη τον αρμένιο Ιωάννης Πογώς λειτούργησε μέχρι το 1801 και από εκεί και μετά υπολειτούργησε. Το 1798 θα κυκλοφορήσει και το πρώτο έντυπο, η «Ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν Ἰονίων Νήσων», του Πατριάρχη Γρηγόριου του Ε’, καθώς και τη Χριστιανικὴ ἀπολογία του Αθανάσιου Πάριου. Ο Αθανάσιος Πάριος «ένα από τα πιο αντιδυτικά πνεύματα του καιρού του» [21] επιτίθεται εναντίον του Διαφωτισμού στο έργο «Χριστιανικὴ ἀπολογία», και στο «Ἀντιφώνησις πρὸς τὸν παράλογον ζῆλον τῶν ἀπὸ Εὐρώπης ἐρχόμενων φιλοσόφων» του 1802. Την ίδια χρονιά, το 1798, θα κυκλοφορήσει και η περίφημη «Διδασκαλία πατρική» το κείμενο της οποίας καταδίκαζε τις κινήσεις των Ελλήνων για απελευθέρωση της χώρας τους και δικαιολογούσε την τουρκική κατοχή, κείμενο που προκάλεσε την απάντηση του Αδαμάντιου Κοραή με το εξίσου περίφημο κείμενο της «Αδερφικῆς διδασκαλίας»[22]

Επόμενη προσπάθεια ανασύστασης της τυπογραφείας έγινε το 1813 όταν ο Πατριάρχης Κύριλλος Ε’ αναθέτει την λειτουργία του, σε δυο ιδιώτες προσκείμενους στο Πατριαρχείο, τους Κωνσταντίνο Κορρέσιο και Αλέξανδρο Αργυράμο.

Σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας. Έκδοση του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, 1808.

Το τυπογραφείο αρχίζει να αναλαμβάνει και από το 1820 και μετά αποφασίζεται να διευρυνθεί ο ρόλος του για να μπορέσει να ενισχύσει όλο το ελληνικό γένος. Οι εκδόσεις του θα αναφέρουν «εν τω του Γένους Ελληνικώ Τυπογραφείω» πλέον, αλλά με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 οι Τούρκοι εισβάλλουν και καταστρέφουν τον εξοπλισμό του.

Μολδαβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Μολδαβία γύρω στο 1680 ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος δραστηριοποιείται εκδοτικά, εκμεταλλευόμενος την άνθιση της τυπογραφίας στις ημιαυτόνομες περιοχές της Μολδαβίας και Βλαχίας και ιδρύει τυπογραφείο στην ιερά μονή της Τζετατζούια (μονή που ανήκε στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων), στο Ιάσιο της Μολδαβίας. Από εκεί — και χάρη στην οικονομική ενίσχυση των ηγεμόνων της Μολδαβίας, αφού η επιχείρηση δεν ήταν κερδοσκοπική — εξέδωσε βιβλία ενισχυτικά της ορθόδοξης διδασκαλίας και των ορθόδοξων δογμάτων, μεταξύ άλλων τον «Τόμο ἀγάπης κατὰ Λατίνων» το 1698, και άλλα.

« Ἐν ἔτει δὲ 1680, ὅντες εἰς Γιάσιον καὶ ἰδόντες τοὺς μὲν Μολδαβίους τύπον ἔχοντας, τοὺς δ' Ἕλληνες οὔ, ἐκαιόμεθα τὴν καρδίαν. Ὁ δὲ Θεός, ὁ τῶν καλῶν ἀρχηγὸς καὶ τελειωτής, φέρει ἡμῖν Βλάχον τινὰ ἱερομόναχον τοὔνομα Μητροφάνη, καὶ δίδομεν αὐτῷ 600 γρόσια, καὶ κατασκευάζει τύπον καινόν. Καὶ δὴ δίδομεν αὐτῷ ἀναλώματα καὶ χαρτία, καὶ τὸ βιβλίον τοῦ πατριάρχη Ἱεροσολύμων Νεκταρίου Κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ πάπα πέμπομεν, καὶ παρ' ἐλπίδα τυποῦται, ὃ καὶ διενείμαμεν τοῖς πᾶσιν ἀδωροδοκήτως. Ὤρθῃ δὲ ἡμῖν γλυκὺ τὸ πρᾶγμα. Καὶ ἐν Ἀδριανουπόλει εὑρισκόμενοι τῷ 1683 ἔτει, ἀπεστείλαμεν χαρτία εἰς Γιάσιον, καὶ ἐδώκαμεν τῷ τύπῳ καὶ τὸ τοῦ Συμεὼν Θεσσαλονίκης βιβλίον, γράψαντες ἐπιστολὰς καὶ τῷ Δούκα βοεβόδα.  »

Δοσίθεος Β΄ Ιεροσολύμων

[23]

Από το τυπογραφείο της μονής Τσετατζούια (Cetatuia) [Μονή των Αγίων Αποστόλων] θα προέλθει, εκτός από την συγγραφική παραγωγή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεου, το 1682 το σύγγραμμα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκτάριου «Περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα ἀντίρρησις», το 1683 σύγγραμμα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών του Μακαρίου, «Κατὰ αἰρέσεων», το 1685 το «Ἑορτολόγιο τῶν Ἁγίων Σέργιου καὶ Βάκχου», το 1694 ο «Τόμος καταλλαγῆς» του πατριάρχη Δοσίθεου και τα υπόλοιπα βιβλία του. Οι τυπογράφοι του μοναστηριού ήταν Βλάχοι μοναχοί, όπως ο Μητροφάνης που τύπωσε 3 βιβλία αλλά δημιούργησε και μια νέα οικογένεια ελληνικών τυπογραφικών στοιχείων και ο Δημήτριος Παδούρε, ενώ την επιμέλεια των κειμένων έκαναν Έλληνες λόγιοι και δάσκαλοι που ζούσαν στην αυλή του ηγεμόνα της Μολδαβίας.

Μια προσπάθεια για το στήσιμο ιδιωτικής τυπογραφικής επιχείρησης έγινε το 1786 στο Ιάσιο από τον ιερέα Μιχαήλ Ρω και το Γιώργο Χατζή-Δήμου. Η προσπάθεια απέδωσε μόνο ένα σύγγραμμα του Νικόλαου Μαυροκορδάτου «Λόγο κατά νικοτιανής» μια πραγματεία για τις βλαβερές επιπτώσεις της χρήσης του καπνού, απάντηση στο βιβλίο του Μητροφάνη Γρηγορά, «Έπαινος νικοτιανής».

Αργότερα πάλι, το 1812 ο Κρητικός λόγιος Μανουήλ Βερνάρδος θα ιδρύσει –με μετοχικό κεφάλαιο- ένα τυπογραφείο υπό την προστασία του τότε ηγεμόνα της Μολδαβίας Σκαρλάτου Καλλιμάχη. Το τυπογραφείο εγκαταστάθηκε στη μονή των Τριών Ιεραρχών – έδρα της Μητρόπολης Μολδαβίας- και θα εκδώσει 21 ελληνικά βιβλία, θρησκευτικά, σχολικά και λογοτεχνικά. Από αυτό το τυπογραφείο μάλιστα, θα φύγουν και οι προκηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τους σκλαβωμένους Έλληνες την άνοιξη του 1821.

Βλαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικό τυπογραφείο στη Βλαχία άρχισε να λειτουργεί από το 1690 με πρωτοβουλία του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεου. Το ελληνικό αυτό τυπογραφείο ήρθε να προστεθεί στο βλάχικο που λειτουργούσε ήδη από το 1678. Με την αρχική μορφή διατηρήθηκε ως το 1715, εκδίδοντας γύρω στα 17 βιβλία, στη πλειονότητά τους θρησκευτικού-δογματικού και λειτουργικού χαρακτήρα. Εξέχουσα μορφή αυτού του τυπογραφείου ήταν ο Άνθιμος από την Ιβηρία, που από το 1691 πρωτοβλέπουμε το όνομά του, ως τυπογράφου σε κάποιο βιβλίο. Όταν ο Άνθιμος θα γίνει Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας το 1715, το τυπογραφείο θα περάσει στη κατοχή του, και θα το μεταφέρει στη Μονή των Αγίων Πάντων, Μονή που ίδρυσε ο ίδιος ο Άνθιμος. Εκεί θα συνεργαστούν μαζί του αρκετοί Έλληνες λόγιοι και ανάμεσά τους ο Μητροφάνης ο Γρηγοράς απο τη Δωδώνη, που θα εξελιχτεί σε αρχιτυπογράφο της Μονής και με την δική του επιστασία θα εκδοθεί γύρω στο 1722 το μνημειώδες έργο του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεου, «η Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων» γνωστό και ως «Δωδεκάβιβλος». Το βιβλίο αποτελεί την κορωνίδα των εκδόσεων του τυπογραφείου αλλά και του Μητροφάνη Γρηγορά καθώς το μεγάλο σχήμα του, το πολυσέλιδό του και το εύρος των θεμάτων που πραγματευόταν, αλλά βέβαια και οι πολιτικές εξελίξεις στη περιοχή έκαναν την όλη διαδικασία της έκδοσής του να διαρκέσει περί τα πέντε χρόνια. Το τυπογραφείο θα σταματήσει τη λειτουργία του το 1717-1718 λόγω της αυστριακής εισβολής στη Βλαχία, στα πλαίσια του βενετο-οθωμανικού πολέμου. Το τυπογραφείο θα ξαναλειτουργήσει το 1719 οπότε θα τυπώσει το βιβλίο «Περί καθηκόντων» του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικόλαου Μαυροκορδάτου. Από αυτή την περίοδο το τυπογραφείο διευθύνεται από τον Μητροφάνη Γρηγορά και τον τυπογράφο Στώικα Ιακωβίτζη.[24]

Ελληνικά τυπογραφεία βραχύβια όμως λειτούργησαν στη Μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Σναγκώβ 1697-1701, στη Μονή της πόλεως του Ρίμνικ, 1705, και στο Τεργκόβιστε 1709-1710 (την πρωτεύουσα της Βλαχίας, πριν από το Βουκουρέστι).

Άγαλμα του Κωνσταντίνου Μπρανκοβεάνου στο Τεργκόβιστε.

Η βοήθεια του ηγεμόνα Κωνσταντίνου Μπρανκοβεάνου ήταν σημαντική αφού με δικά του έξοδα τυπώθηκαν πολλά βιβλία και διανεμήθηκαν και δωρεάν στο λαό. Το 1767 θα ιδρυθεί στο Βουκουρέστι η «εν Βουκουρεστίω τυπογραφία του ορθόδοξου γένους των Ρωμαίων» που μέσα σε δυο χρόνια θα εκδώσει 7 τίτλους. Το 1783 οι Γιαννιώτες αδερφοί Λαζάρου θα συστήσουν ένα τυπογραφείο με την υποστήριξη του ηγεμόνα Νικολάου Καρατζά και του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας. Το τυπογραφείο εξέδωσε μόνο 4 βιβλία, και με τη ρωσική εισβολή στη περιοχή το 1789 σταμάτησε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Το 1817 θα ξαναεμφανιστεί τυπογραφείο στο Βουκουρέστι που θα εκδώσει 7 βιβλία μέχρι το 1821, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν και τα δυο πρώτα μουσικά βιβλία βυζαντινής μουσικής, «Νέον Αναστασιματάριον» το 1820 και το «Σύντομον Δοξαστάριον» πάλι το 1820, του Πέτρου Λαμπαδάριου.

Μοσχόπολη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη μεγάλη αυτή πόλη της βόρειας Ηπείρου, κοντά στην Αχρίδα, που άκμασε το πρώτο μισό του 18ου αιώνα, ιδρύθηκε και τυπογραφείο που λειτούργησε από το 1731 έως το 1760 στην αρχή σαν συμπλήρωμα της σχολής Νέα Ακαδημία Μοσχοπόλεως και αργότερα πέρασε στην ιδιοκτησία της Μονής του Αγίου Ναούμ και κυκλοφόρησε 14 διαφορετικές εκδόσεις βιβλίων, 3 από τις οποίες έχουν κοσμικό χαρακτήρα και οι υπόλοιπες 13 θρησκευτικό χαρακτήρα. Αξιόλογη έκδοση είναι το βιβλίο Ἡ ἀλήθεια κριτὴς εἰς τὰς μεγάλας διαφορὰς τῶν τεσσάρων χριστιανικῶν λατρειῶν τῶν Γραικῶν, Παπιστῶν, Καλβινιστῶν καὶ Λουθηρανῶν. Το βιβλίο το είχε γράψει ο Ιταλός Λεονάρντο Λομπάρντι (Leonardo Lombardi), και κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στην κοινή ελληνική της εποχής.[25]

Ψυχή του τυπογραφείου για 30 ολόκληρα χρόνια ήταν ο ιερομόναχος Γρηγόριος Κωνσταντινίδης.

Το βιβλίο Ἡ ἀλήθεια κριτής.

Τα βιβλία που εκδόθηκαν αυτά τα χρόνια είναι τα εξής:

  • «Ακολουθία Αγίας Θεοδώρας της εν Θεσσαλονίκη» (1731)
  • «Ακολουθία Αγίου Χαραλάμπους» (1734)
  • «Ακολουθία του Αγίου Νικολάου του Νέου» (1736)
  • «Ακολουθία Αγίου Ναούμ» (1740)
  • «Ακολουθία Αγίου Σεραφείμ» (1740)
  • «Ακολουθία Πέντε και Δέκα Ιερομαρτύρων» (1741)
  • «Κλήμης...», (1742) που περιλαμβάνει τις εξής ακολουθίες:

α) Ακολουθία Κλήμεντος Αχριδών, β) Ακολουθία Βλαδιμήρου, γ)Ακολουθία Εράσμου, δ) Ακολουθία Ναούμ, ε) Ακολουθία Νικοδήμου και στ) Ακολουθία Επταρίθμων

  • «Ακολουθία Αγίου Βησσαρίωνος» (1744)
  • Θεοφίλου Κορυδαλλέως «Επιστολικοί τύποι...» (1744)
  • «Ακολουθία Αγίου Αντωνίου» (1746)
  • «Συνταγμάτιον ορθόδοξον...» Κωνσταντίνου του Αγιοναουμίτου (1746)
  • «Η Αλήθεια Κριτής» (1746/49)
  • «Οκτώηχος» (1750)
  • «Εισαγωγή γραμματικής...» Θεοδώρου Αναστασίου Καβαλιώτου (1760)

Νεοελληνικός διαφωτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ρόλος που έπαιζε η ελληνική τυπογραφική-εκδοτική δραστηριότητα εκείνα τα χρόνια εκφράζεται απόλυτα στο παρακάτω απόσπασμα του Αδαμάντιου Κοραή:

Αυτή (η τυπογραφία) μόνη ενίκησε τον πανδαμάτορα χρόνον, φυλάξασα σοφά, των παλαιών φιλοσόφων και προγόνων ημών παραγγέλματα… αυτή και σήμερον, ως άγγελος εξ ουρανού ταράττει την κολυμβήθραν των επιστημών και βαπτίζει εις αυτήν την Ελλάδα, δια να θεραπεύσει τα πολλά και μακρά της αρρωστήματα και να την καθαρίσει από τον ρύπον της απαιδευσίας…

[26]

Στις ελληνικές παροικίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1750 και μετά, με την εξάπλωση των νέων ιδεών του Διαφωτισμού, η ελληνική εκδοτική παραγωγή θα αναζωογονηθεί και θα εξαπλωθεί και σε καινούρια εκδοτικά κέντρα. Εκτός από το παραδοσιακό εκδοτικό κέντρο τη Βενετία, ξένοι εκδότες θα ασχοληθούν με τη παραγωγή ελληνικών εκδόσεων σε πολλές πόλεις της Ευρώπης, όπως τη Λειψία, τη Βιέννη, τη Πετρούπολη, την Οδησσό, τη Μόσχα.

Συγκεκριμένα, στη Λειψία ο παλιός εκδοτικός οίκος των Βρέιτκοπφ θα τυπώσει 40 περίπου ελληνικά έργα, με σημαντικότερο τη «Λογική...» του Ευγένιου Βούλγαρι το 1766. Ο εκδοτικός οίκος του Τράττνερ στη Πέστη από το 1806 θα τυπώσει ελληνικά βιβλία, το ίδιο και ο διάσημος οίκος του Διδότου (ο οποίος το 1805 θα σχεδιάσει και την περίφημη ελληνική γραμματοσειρά Didot, που χρησιμοποιείται ευρέως μέχρι και σήμερα) [27] και του Eberhart που θα εκδώσουν το σύνολο σχεδόν των έργων του Αδαμάντιου Κοραή.

Στη Βιέννη, ο Ιωσήφ Βαουμαιστέρος (Josef von Baumeister) όπως τον έλεγαν οι Έλληνες τότε, θα ενισχύσει την ελληνική παραγωγή βιβλίων αλλά θα εκπαιδεύσει και πολλούς Έλληνες τεχνίτες του χώρου. Το τυπογραφείο του Θωμά Τράτνερ στην ίδια πόλη θα ασχοληθεί και αυτό με την έκδοση ελληνικών βιβλίων. Τα δυο δυνατά ελληνικά τυπογραφεία της Βιέννης, αυτά του Βεντότη και των Μαρκίδων Πούλιου θα αναπτυχθούν δυναμικά, θα εκδώσουν παντός είδους βιβλία, θα βοηθήσουν τον Ρήγα Φεραίο στο έργο του, και γενικά θα διαδώσουν σε όσους περισσότερους Έλληνες μπορούσαν τις ιδέες του Νεοελληνικού διαφωτισμού. Ταυτόχρονα, αλλάζει και η θεματική των βιβλίων. Για πρώτη φορά εισάγεται στην ελληνική ζωή το μεταφρασμένο γαλλικό αφήγημα ή νουβέλα, αρχής γενομένης από το «Σχολείον των ντελικάτων εραστών» του Ρήγα Φεραίου το 1790- συλλογή από 6 αισθηματικά αφηγήματα του Ρετίφ ντε λα Μπρετόν.[28]

Για πρώτη φορά, εκδίδονται θεατρικά έργα. Tα επόμενα χρόνια, 30 εκδόσεις μεταφρασμένων στα ελληνικά θεατρικών έργων των Metastasio, Goldoni (Κάρλο Γκολντόνι),Florian και άλλων θα δουν το φως της δημοσιότητας.

Την ίδια εποχή έχουμε και το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα, του ηγεμόνα Νικόλαου Μαυροκορδάτου, «Φιλοθέου πάρεργα» που τυπώθηκε στη Βιέννη το 1800 καθώς και το «Ανώνυμος του 1789».Το 1793 εμφανίζονται οι «Νεκρικοί Διάλογοι» του Πολυζώη Κοντού ένα πολύστιχο στιχούργημα εναντίον της Γαλλικής Επανάστασης και του Βολταίρου. Οι εκδόσεις έργων των κλασικών αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων θα πολλαπλασιαστούν, και μεταφρασμένες στη κοινή ελληνική της εποχής, θα φτάσουν σε περισσότερα φιλομαθή χέρια αλλά και θα προκαλέσουν τις πρώτες συζητήσεις του περίφημου γλωσσικού ζητήματος. Ο Κοραής θα εκδώσει τους «Χαρακτήρες» του Θεόφραστου στα γαλλικά το 1799, το «Περί αέρων, υδάτων, τόπων» του Ιπποκράτη το 1800, τα «Αιθιοπικά» του Ηλιόδωρου το 1804, και πολλά άλλα. Λεξικά των ευρωπαϊκών γλωσσών –ελληνογαλλικά, ελληνοϊταλικά, ελληνορωσσικά ακόμα και τούρκικα- αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους- εργαλείο πολύτιμο στους Έλληνες εμπόρους, ναυτικούς και γενικά επιχειρηματίες της Διασποράς, και θα κάνουν καλές πωλήσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρονται το «Ιταλο-Γραικικόν λεξικόν» του Σπύρου Βλαντή, Βενετία,1792, το «Τετράγλωσσον λεξικόν» του Γεράσιμου Βλάχου που πρωτοτυπώθηκε το 1710 και επανεκδόθηκε το 1784 στη Βενετία,κ.α.. Επιστημονικά συγγράμματα θα κάνουν την εμφάνισή τους από εκδότες με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, όπως η «Περιγραφή του παντός» από το Γεώργιο Βενδότη το 1792, τα «Στοιχεία Γεωγραφίας» του Άνθιμου Γαζή και Νικηφόρου Θεοτόκη το 1804, η «Έκθεση Συνοπτική Αριθμητικής, Άλγεβρας και Χρονολογίας» του Κοσμά Μπαλάνου το 1798, κ.ά.

Εφημερίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γύρω στα τέλη του 1790 θα αρχίσουν οι πρώτες προσπάθειες για την έκδοση ελληνικών εφημερίδων, όργανο πλέον απαραίτητο για τη πληροφόρηση του ελληνικού κοινού των παροικιών κυρίως. Τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν με πιο γρήγορους ρυθμούς και η έκδοση των βιβλίων δεν μπορεί ούτε να τα προφθάσει ούτε να καλύψει το εύρος και τη ποικιλία με την οποία τα γεγονότα εμφανίζονται. Οι Έλληνες των παροικιών, φιλομαθείς πάντοτε, χρειάζονται πλέον συχνή πληροφόρηση για τα τεκταινόμενα, καθώς αυτά αφορούν και επηρεάζουν σημαντικά κομμάτια της επαγγελματικής και εν γένει της καθημερινής ζωής τους.

Ἐφημερίς, Βιέννη, 1790.

Ο πρώτος που διέγνωσε την ανάγκη αυτή των καιρών είναι ο ζακυνθινός τυπογράφος και λόγιος, Γεώργιος Βενδότης που θα κάνει κάποιες προσπάθειες το 1784 για έκδοση εφημερίδας στη Βιέννη, οι οποίες όμως δεν θα τελεσφορήσουν λόγω άρνησης των αυστριακών αρχών να δώσουν άδεια έκδοσης στην εφημερίδα του που πρόλαβε να τυπώσει μόνο δύο φύλλα. Η προσπάθεια θα επαναληφθεί από τον έμπορο Δημήτρη Θεοχαρίδη, το 1788 αλλά τελικά θα γίνει κατορθωτή από τους αδελφούς Μαρκίδες Πούλιου το 1789, χρονολογία κατά την οποία εκδίδουν την «Εφημερίδα» τους. Το 1812 θα κάνει την εμφάνισή του και ο «Ελληνικός Τηλέγραφος» που θα εκδίδεται μέχρι το 1836.

Περιοδικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1811 θα αρχίσουν να κυκλοφορούν και τα πρώτα ελληνικά περιοδικά. Ο «Ερμής ο Λόγιος» πρώτο από όλα θα κυκλοφορήσει από το 1811 έως το 1821. Ιδρυτής του είναι ο Άνθιμος Γαζής και κατοπινοί διευθυντές ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Κωνσταντίνος Κοκκινάκης. Η «Καλλιόπη» στη Βιέννη,φιλολογικό περιοδικό, από το 1819 έως το 1821, η «Μέλισσα ή Εφημερίς ελληνική» στο Παρίσι από τον Σπυρίδωνα Κοντό πάλι από το 1819 έως το 1821.[29]

Στα Ιόνια νησιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο τυπογραφείο θα ιδρυθεί στη Κέρκυρα το 1798 και θα λειτουργήσει, με διάφορες αλλαγές μέχρι το 1817, έχοντας κυρίως δημόσιο χαρακτήρα, δηλαδή δημοσιεύοντας τις ανακοινώσεις και τα διατάγματα των εκάστοτε κυβερνήσεων.

Κατά την περίοδο της γαλλοκρατίας των Επτανήσων, πρώτοι οι δημοκρατικοί Γάλλοι του Ναπολέοντα που θα μείνουν στο νησί το 1798 και το 1799, θα ιδρύσουν το τυπογραφείο, στελεχώνοντάς το με Γάλλους τεχνίτες τυπογράφους. Εκείνη τη χρονιά, το 1798 θα τυπωθούν στο τυπογραφείο της Κέρκυρας ο «Ὕμνος πατριωτικὸς τῆς Ἑλλάδας … πρὸς ξαναπόκτησι τῆς Ἐλευθερίας»» του Ρήγα, και ο «Ὕμνος εγκωμιαστικὸς … πρὸς τὸν Μποναπάρτε» του Χριστόφορου Περραιβού.

Η σημαία της Επτανήσου Πολιτείας.

Την περίοδο που τα Ιόνια νησιά θα αποτελέσουν την Επτάνησο Πολιτεία (1799-1807), το τυπογραφείο θα το διευθύνει στο μεγαλύτερο διάστημά του, ο Διονύσης Σαραντόπουλος. Παραγγέλνονται νέα τυπογραφικά στοιχεία από τη Βενετία και ο Σαραντόπουλος πηγαίνει στη Τεργέστη για να βελτιώσει τις γνώσεις του στη στοιχειοθεσία.

Από το 1807 μέχρι το 1814 όταν την εξουσία στα Επτάνησα θα αναλάβουν οι αυτοκρατορικοί τώρα Γάλλοι, το τυπογραφείο θα εκσυγχρονιστεί, τη διεύθυνση θα αναλάβει ο διάσημος Ιταλός τυπογράφος Pasquale Gambardella και θα μεταφερθεί σε κτίριο που χτίστηκε ειδικά για να το στεγάσει. Όταν οι Άγγλοι θα κυβερνήσουν τα Ιόνια νησιά την περίοδο 1814-1817, θα διορίσουν τον Ζακύνθιο τυπογράφο Δημήτριο Ζερβό διευθυντή του τυπογραφείου.

Από το 1897 μέχρι το 1817 το τυπογραφείο θα εκδώσει 175 τίτλους, ανάμεσα στα οποία 3 σχολικά εγχειρίδια, 5 θρησκευτικού περιεχομένου βιβλία και 65 λογοτεχνικά και επιστημονικά συγγράμματα, ενώ τα υπόλοιπα περιλαμβάνουν εκδόσεις της εκάστοτε εξουσίας όπως νόμους, διατάγματα, συντάγματα (μονόφυλλα), εφημερίδες και βιβλία σε 4 γλώσσες: ιταλικά, ελληνικά, γαλλικά και αγγλικά. Από τις ελληνικές εκδόσεις σημαντικές είναι η Ρομέηκη γλώσσα του Γιάννη Βηλαρά, και τα Λυρικά του Αθανάσιου Χριστόπουλου το 1814.

Η Ζάκυνθος απέκτησε δικό της τυπογραφείο το 1809, όταν την κατέλαβαν οι Άγγλοι και μετά και το 1813 αποφασίζεται η έκδοση του δεκαπενθήμερου ενημερωτικού φύλλου Ἐφημερὶς τῶν Ἰωνικῶν Ἐλευθερωμένων Νήσων. Από το 1814 και μετά, το τυπογραφικό υλικό και οι τυπογράφοι μετεγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα και το ζακυνθινό τυπογραφείο έκλεισε. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, από το 1810 έως το 1817 εξέδωσε 53 διαφορετικούς τίτλους βιβλίων.

Αϊβαλί, Χίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βραχύχρονα τυπογραφεία στήθηκαν στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας, και στη Χίο. Στις Κυδωνίες το τυπογραφείο λειτούργησε στα πλαίσια του διάσημου σχολείου της πόλης από το 1819 έως το 1821, που οι βιαιοπραγίες των Τούρκων στη πόλη, εξαιτίας της ελληνικής επανάστασης, το κατέστρεψαν.

Ο διάσημος Γάλλος τυπογράφος και φιλέλληνας, Ambroise Firmin Didot, ο Διδότος, επισκεπτόμενος τη Μικρά Ασία το 1816 και 1817 γνωρίστηκε με τον διευθυντή του σχολείου Θεόφιλο Καΐρη. Έτσι οι υπεύθυνοι της Ακαδημίας αποφάσισαν να στείλουν το νεαρό φέρελπι μαθητή της Ακαδημίας, Κωνσταντίνο Τόμπρα στο Παρίσι – με έξοδα της πλούσιας οικογένειας των Κυδωνιών του Εμμανουήλ Σαλτέλλι- για να μάθει την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας και την τυπογραφική τέχνη στο τυπογραφείο του Διδότου. Ο Τόμπρας γύρισε στη πόλη του το 1818 φέρνοντας τα ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία και ένα πιεστήριο από τον Διδότο, το οποίο και εγκατέστησε στην σε ένα χώρο στην αυλή της εκκλησίας Ορφανή Παναγιά- πάλι με έξοδα των γιών του Χατζή Παρασκευά Σαλτέλλι. Μαζί με τον Τόμπρα δούλευε και ο Κωνσταντίνος Δημίδης μετέπειτα τυπογράφος στην απελευθερωμένη Ελλάδα, όπως και ο ίδιος ο Τόμπρας εξάλλου και μαζί θα συστήσουν το 1828 το πρώτο ιδιωτικό τυπογραφείο στο Ναύπλιο.[30] Το τυπογραφείο λειτούργησε από το 1819 έως τις 3 Ιουνίου 1821. το πρώτο έντυπο που εξέδωσε το 1819, ήταν ένα ποίημα σε μονόφυλλο μια ωδή της Ευανθίας Καΐρη προς τον μητροπολίτη Εφέσου Διονύσιο Καλλιάρχη, ο οποίος υποστήριζε ηθικά και οικονομικά την Ακαδημία και το τυπογραφείο της.[31]

Το τυπογραφείο της Χίου λειτούργησε και αυτό στο ίδιο διάστημα, 1819- 1821, ύστερα από προτροπή του Αδαμάντιου Κοραή, που ήθελε η γενέτειρά του να πρωτεύσει στην ίδρυση τυπογραφίας στον ελληνικό χώρο όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα επιστολής που έστειλε ο Κοραής στους Χιώτες: «…Αγαθή τύχη …καλόν ότι μέλλεις να κηρύξεις την τυπογραφία της πατρίδος . Είπε τους επιτρόπους να γράψωσι προς τους εκεί να τυπώσωσι χωρίς αναβολήν μικρόν τι, ο,τι κι αν ήναι μέρος ή τεμάχιον συγγραφέως τινός χρήσιμον εις το Γυμνάσιον …τούτο σε λέγω, διότι προς το τέλος του παρόντος μηνός αναχωρεί εδώ(από το Παρίσι) ο Γραικός τυπογράφος των Κυδωνιών (Κ. Τομπρας) οπλισμένος με χαρακτήρες και το ευτυχέστερον με την τέχνη όχι μόνο να το συνθέτει, αλλά και να τους εξαναχύνει όταν τριφθώσι…» [32] Το τυπογραφείο εξέδωσε 8 βιβλία, όλα για σχολική χρήση για υποβοήθηση των μαθημάτων της Σχολής της Χίου.

Η τυπογραφία στην Επανάσταση του 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εφημερίδες της απελευθερωμένης Ελλάδας» :

ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, ΚΑΛΑΜΑΤΑ, από 1η Αυγούστου έως 20 Αυγούστου 1821, φύλλα 3

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, από 1η Ιανουαρίου 1824 έως 31 Δεκέμβρη 1824, φύλλα 106, από 3 Ιανουαρίου 1825 έως 30 Δεκέμβρη 1825 και από 6 έως 20 Φλεβάρη 1826, φύλλα 15

Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ Εφημερίς της Διοικήσεως, ΥΔΡΑ, από 10 Μαρτίου 1824 έως 27 Μάη 1826, φύλλα 296

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ, ΣΑΛΑΜΙΝΑ – ΑΘΗΝΑ από 20 Αυγούστου 1824 έως 30 Οκτωβρίου 1825,φύλλα 103, και από 11 Νοεμβρίου 1825 έως 15 Απριλίου 1826, φύλλα 37

ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, από 7 Οκτωβρίου 1825 έως 23 Μαρτίου 1832

Ο ΑΠΟΛΛΩΝ, Εφημερίς της Ύδρας πολιτική και φιλολογική, Ύδρα από 11 Μαρτίου έως 30 Σεπτέμβρη 1831, τεύχη 61

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Ύδρα, από 29 Απριλίου 1827 έως Μάρτη 1828. Αίγινα από 10 Απριλίου 1828 έως 18 Μαρτίου 1829, 40 φύλλα

Σάλπιγξ Ελληνική, η πρώτη έντυπη εφημερίδα στον ελλαδικό χώρο, εξώφυλλο 2 Αυγούστου 1821

Ο Τύπος με τη μορφή της έκδοσης εφημερίδων ενεργοποιήθηκε από την αρχή του ξεσπάσματος της Επανάστασης. Πρώτα από όλα και πριν καν φτάσει τυπογραφικός εξοπλισμός στην Ελλάδα, έκαναν την εμφάνισή τους –για μικρό χρονικό διάστημα- οι χειρόγραφες εφημερίδες. Γνωρίζουμε την ύπαρξη 3 χειρόγραφων εφημερίδων: της εφημερίδας του Γαλαξιδίου, που ο Σάθας ανακάλυψε ένα φύλλο της με ημερομηνία 27 Μαρτίου 1821, της «Εφημερίδος Αιτωλικής» που κυκλοφορούσε – καλύτερα αναπαραγόταν, μια που οι χειρόγραφες εφημερίδες, αφού ο συντάκτης συγκέντρωνε τις πληροφορίες, τις έγραφε και μετά τις αντέγραφε σε όσο περισσότερα αντίτυπα μπορούσε, και «ταξίδευαν» αυτά αντιγραφόμενα από όσους περισσότερους γινόταν και έτσι έφταναν και εκτός του τόπου συγγραφής τους, κυρίως στη Πελοπόννησο - τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 1821 στο Μεσολόγγι και ο «Αχελώος» που έβγαινε από το Βραχώρι (Αγρίνιο) τον Φεβρουάριο του 1822.[33] Στο ελληνικό τυπογραφείο του Ιασίου ο Δημήτριος Υψηλάντης τύπωσε τη προκήρυξη με την οποία ξεσήκωνε το πληθυσμό για την έναρξη της Επανάστασης. Στον ελληνικό χώρο δημιουργήθηκαν έξι τυπογραφεία: Καλαμάτας-Κορίνθου (1821-1822), Μεσολογγίου (1823-1826), Ψαρών (1824), Ύδρας (1824-1827), Αθηνών (1825-1826) και Διοίκησης (1825-1827) από τα οποία τυπώθηκαν συνολικά 50 διαφορετικά βιβλία-φυλλάδια, 216 μονόφυλλα και 7 ελληνόγλωσσες και ξενόγλωσσες εφημερίδες. Σημαντική η συνεισφορά των φιλελλήνων και των φιλελληνικών κομιτάτων αφού αυτοί συνεισέφεραν κατά το πλείστον τα πιεστήρια, τα τυπογραφικά στοιχεία και το χαρτί για τις εκδόσεις, δούλεψαν σαν συντάκτες και σαν τυπογράφοι.

Ο Δημήτρης Υψηλάντης κατ' αρχάς, θα φέρει μαζί του από την Τεργέστη στη Καλαμάτα,ένα τυπογραφικό πιεστήριο που θα το εγκαταστήσει σε ένα εγκαταλελειμένο τζαμί στην είσοδο του Κάστρου.[34] Το τυπογραφείο, που σε λίγους μήνες θα μεταφερθεί στη Κόρινθο, θα δουλευτεί από τον Κωνσταντίνο Τόμπρα και Απόστολο Νικολαϊδη, τυπογράφους από τις Κυδωνίες που θα έρθουν στην Πελοπόννησο ύστερα από την καταστροφή της πόλης. Με αυτόν τον εξοπλισμό, θα βγει η πρώτη –τυπικά- ελληνική εφημερίδα στο απελευθερωμένο κράτος, η «Σάλπιγξ Ελληνική » που θα τυπώσει μόνο 3 τεύχη. Επίσης θα εκδοθούν βιβλία-φυλλάδια με το «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδας» αλλά και μονόφυλλα με προκηρύξεις και διαταγές της Διοίκησης.

Στο τυπογραφείο της Ύδρας, με το πιεστήριο που έστειλε ο Γάλλος φιλέλληνας τυπογράφος Didot, θα κυκλοφορήσει η εφημερίδα «Ο Φίλος του Νόμου» από τον Ιταλό Ιωσήφ Κιάππε και με τυπογράφους τον Τόμπρα, τον Βαρότση, και τον Δημίδη. Το τυπογραφείο της Ύδρας εξέδωσε συνολικά 13 βιβλία και φυλλάδια νομικού, πολιτικού, εκπαιδευτικού και λογοτεχνικού περιεχομένου και 43 μονόφυλλα με διακηρύξεις και ανακοινώσεις.

Ἑλληνικὰ Χρονικά, 7 Ιανουαρίου 1825.

Και στο Μεσολόγγι την πρωτοβουλία για ίδρυση εφημερίδας θα την πάρει ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ που με τυπογράφο τον Δημήτριο Μεσθενέα και με πιεστήρια που θα φέρει ο συνταγματάρχης Στάνχοπ από το Λονδίνο εκ μέρους της Φιλελληνικής επιτροπής του Λονδίνου θα εκδώσει την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», 11 βιβλία και 9 μονόφυλλα.

Το τυπογραφείο που ιδρύθηκε στην Αθήνα, με πιεστήριο του συνταγματάρχη Στανχοπ από την Αγγλία, θα χρειαστεί αρκετές φορές να αλλάξει τόπο λειτουργίας εξαιτίας της πολεμικών γεγονότων που λάμβαναν χώρα και θα εκδώσει την «Εφημερίδα των Αθηνών» με αρχισυντάκτη τον Γεώργιο Ψύλλα. Ακόμα εκδόθηκαν 4 βιβλία και 9 μονόφυλλα καθώς και ποιήματα του Αθανάσιου Χριστόπουλου, τα «Λυρικά και Βακχικά» το μοναδικό δείγμα λογοτεχνικής παραγωγής εκείνα τα χρόνια.

Το τυπογραφείο της Διοίκησης πάλι εγκαταστάθηκε κατ’αρχάς στο Ναύπλιο έχοντας και ένα καινούριο λιθογραφικό πιεστήριο στον εξοπλισμό του καθώς και ένα δεύτερο που θα αγοράσει η Ελληνική Διοίκηση από το Παρίσι, και θα ορίσει διευθυντή τον Παύλο Πατρίκιο, και πρώτο τυπογράφο το Κωνσταντίνο Τόμπρα. Στις 7 Οκτωβρίου 1825 θα εκδοθεί η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος», με αρχισυντάκτη το Θεόκλητο Φαρμακίδη. Το τυπογραφείο θα ακολουθεί τις αλλαγές έδρας της Διοικητικής Επιτροπής και έτσι θα μεταφερθεί από Ναύπλιο στην Αίγινα από εκεί στο Πόρο, πίσω στο Ναύπλιο και ξανά στην Αίγινα. Ο Φαρμακίδης θα αποχωρήσει και θα αναλάβουν τη θέση του, διαδοχικά ο Πατρίκιος, ο Χρυσίδης και ο Μεσθενέας. Το τυπογραφείο θα εκδώσει και 18 βιβλία-φυλλάδια και 125 μονόφυλλα. Ανάμεσα στις άλλες θα κυκλοφορήσουν και δυο εφημερίδες αποκλειστικά ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ο «Απόλλων» του Αναστάσιου Πολυζωίδη στην Ύδρα και η «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδας» του Παντελή Π. Παντελή πάλι στην Ύδρα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Θησαυροί της Εθνικής Βιβλιοθήκης», της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας, 1999
  2. Κώστας Στάικος στο Αφιέρωμα «Ελληνική Τυπογραφία» της εφημ. Καθημερινή της 7/4/1996, σελ.2
  3. Χ.Γ.Πατρινέλης: Το ελληνικό βιβλίο κατά τη Τουρκοκρατία, σελ.6
  4. Πατρινέλης,σελ.6
  5. Πατρινέλης, σελ.9
  6. Κωδικογράφος ονομάζεται ο γραφέας χειρογράφων τα οποία ενωνόμενα πολλά μαζί σε ένα σώμα ονομάζονταν κώδικες.
  7. Αν και οι πρώτοι ελληνικοί χαρακτήρες προήλθαν από το τυπογραφείο του Γουτεμβέργιου, για τις ανάγκες του βιβλίου Παράδοξα του Κικέρωνα. Στα διάφορα κεφάλαια του βιβλίου υπήρχε στα ελληνικά η επιγραφή «μόνον το καλόν αγαθόν» οπότε εκεί και τότε το 1467 «χύθηκαν» τα πρώτα ελληνικά γράμματα, ωστόσο δεν περιλαμβάνουν ολόκληρο το ελληνικό αλφάβητο. Εφημερίδα «Καθημερινή» αφιέρωμα στην Ελληνική Τυπογραφία στις 7/4/1966, σελ. 2.
  8. Πατρινέλης, σελ.10
  9. Νεοελληνική μετάφραση του Λίνου Πολίτη από Ποιητική Ανθολογία, τόμος Β΄, Αθήνα 1975, σελ. 146
  10. Ηλέκτρα Καμπουράκη Πατεράκη, Κρήτες τυπογράφοι…
  11. 500 χρόνια έντυπης παράδοσης…σελ.6
  12. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων….Κωνσταντίνος Σάθας, Αθήνα, 1868, σελ.115
  13. Κουνάδη λεγόταν στα εφτανησιακά το κουνάβι.
  14. Πατρινέλης, σελ.15
  15. Πατρινέλης, σελ.17.
  16. «Πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης…σελ.44
  17. 17,017,117,2 Πατρινέλης, σελ.18
  18. Πατρινέλης,σελ.18
  19. Πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης…σελ.53
  20. Πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης…σελ.54
  21. πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης...σελ.76
  22. Παύλος Λάμπρου, «ιστορική πραγματεία περί της αρχής και προόδου της τυπογραφίας εν Ελλάδι μέχρι του έτους 1821 σελ.575.
  23. Πατρινέλης, σελ.21
  24. Kώστας Σαρρής «Ο Χρύσανθος Νοταράς και η έκδοση της «δωδεκάβιβλου» του Δοσίθεου Ιεροσολύμων:μια περίπτωση αναληθούς χρονολογίας έκδοσης (1715/c.1722)
  25. Παναγιώτης Χριστόπουλος, «Το βιβλίο Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΡΙΤΗΣ και η τυχοδιωκτική δράση του συγγραφέα του Leonardo Lombardi στον ελληνικό χώρο». Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1984. Από την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών.
  26. Ελληνική Τυπογραφία στη διαδρομή πέντε αιώνων | ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
  27. http://www. dimart.blogspot.com
  28. Στέση Αθήνη, το ευρωπαϊκό διήγημα του 18ου αιώνα και οι μεταφραστικές του τύχες.σελ.172
  29. διαδικτυακός τόπος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης
  30. Γ.Γιαννούσης, Τόμπρας Κωνσταντίνος, ο πρώτος Έλληνας τυπογράφος στην Επανάσταση του 1821, από την ιστοσελίδα Αργολική αρχειακή βιβλιοθήκη ιστορίας και πολιτισμού, http://argolikivivliothiki.gr/2009/.../τόμπρας-κωνσταντίνος-ο-πρώτος-έλληνα
  31. Κορώνα και γράμματα. Ένα οπτικό ποίημα του Νεόφυτου Δούκα προς τον βασιλιά Όθωνα, σελ.9. Λίλια Διαμαντοπούλου Χίχνερ ΜΙΕΤ,2012
  32. Γ.Γιαννούσης, Τόμπρας Κωνσταντίνος, ο πρώτος Έλληνας τυπογράφος στην Επανάσταση του 1821, από την ιστοσελίδα Αργολική αρχειακή βιβλιοθήκη ιστορίας και πολιτισμού,βλέπε παραπάνω
  33. Ιστορία του ελληνικού έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΒ, σελ.583,584 του 1975
  34. Το παλαιό εθνικό τυπογραφείο στην Αθήνα. Μεταμορφώσεις ενός ιστορικού κτιρίου. Άρθρο των Κατερίνα Κορρέ και Κατερίνα Μόμτσιου-Τοκατλίδη στο περιοδικό Αρχαιολογία. http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/06/45-3.pdf >.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το βιβλίο στις προβιομηχανικές κοινωνίες». Πρακτικά Α' Διεθνούς Συμποσίου. Αθήνα, 1982
  • «Το Ελληνικό βιβλίο, 1476-1830». Αικατερίνη Κουμαριανού-Λουκία Δρούλια-Evro Layton. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος,1986
  • «Τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία στο χώρο της "Καθ'ημάς Ανατολής" 1627-1827». Γεώργιος Δ. Μπώκος. Αθήνα, ΕΛΙΑ,1998
  • «Κατάλογος ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών 1811-1863». Δημήτριος Σ. Γκίνης. Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 1967
  • «Χρονικό της ελληνικής τυπογραφίας». Νίκος Ε. Σκιαδάς. 3 τόμοι, Αθήνα, 1982
  • «Προσθήκες στην Ελληνική Βιβλιογραφία. Α. τα βιβλιογραφικά κατάλοιπα των Ε.Lergrand και H.Pernot (1515-1799». Β. «Ελληνική Βιβλιογραφία 19ου αιώνα». Φίλιππος Ηλιού, Αθήνα, 1973.

Κύριες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης του νέου ελληνισμού, (1499-1999), έκδοση της Βουλής των Ελλήνων,2000
  • «Θησαυροί της Εθνικής Βιβλιοθήκης», της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας, 1999

Συμπληρωματικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]