Σχετική χρονολόγηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως σχετική χρονολόγηση (αγγλ. relative chronology, γερμ. Relative Chronologie) νοείται στη γλωσσολογία η εκτίμηση της χρονικής τοποθέτησης των γλωσσικών αλλαγών (φωνολογικών, μορφολογικών, συντακτικών, σημασιολογικών) σε συνάρτηση με άλλες που προηγούνται ή ακολουθούν. Σε αντιδιαστολή προς την απόλυτη χρονολόγηση, η οποία στηρίζεται σε εξακριβωμένες πληροφορίες (π.χ. γραπτά μνημεία, μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων) και είναι εξαιρετικά σπάνια, η σχετική χρονολόγηση βασίζεται σε τεκμηριωμένα συμπεράσματα αναφορικά με τη σειρά λειτουργίας συγκεκριμένων π.χ. φωνητικών ή μορφολογικών νόμων. Ουσιαστικά, περιλαμβάνει τον καθορισμό χρονικών σημείων ή ορίων (γνωστών με τις λατινικές φράσεις ante quem «προ του οποίου» και post quem «μετά το οποίο»), τα οποία επιτρέπουν την ιεράρχηση των αλλαγών και προκύπτουν από ιστορική και συγκριτική μελέτη[1].

Βασικές έννοιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σχετική χρονολόγηση στηρίζεται στην εύλογη υπόθεση ότι οι γλωσσικές αλλαγές, παλαιότερες και σύγχρονες, αποτελούνται από διαδοχικά βήματα, τα οποία —ακόμη και όταν δεν είναι πλέον ορατά στην εξεταζόμενη μορφή τής γλώσσας— έχουν αφήσει πίσω τους ίχνη που μπορούν να ανακτηθούν και να εκτιμηθούν, προκειμένου να προσδιοριστεί το ιστορικό βάθος τής μεταβολής. Επί παραδείγματι, δύο μεταβολές μπορεί να έχουν συμβεί διαδοχικά, η μία μετά την άλλη, ή παράλληλα, η μία συγχρόνως με την άλλη και μάλιστα με διαφορετική ταχύτητα ή βαθμό διείσδυσης. Όταν το προϊόν τής μίας αλλαγής αποτελεί αφετηρία ή προϋπόθεση της άλλης, τότε η μέθοδος της σχετικής χρονολόγησης μας επιτρέπει να τις ιεραρχήσουμε, ορίζοντας ποια προηγήθηκε και ποια ακολούθησε [2]. Πολύ συχνά, η σχετική χρονολόγηση είναι ο μόνος τρόπος προσδιορισμού τής σειράς των γλωσσικών αλλαγών και της αλυσίδας μεταβολών που έχουν μεσολαβήσει[3]. Επιπλέον, η χρονική ιεράρχηση των αλλαγών επιτρέπει την επίλυση φαινομενικών αντιφάσεων μεταξύ τής λειτουργίας φωνητικών νόμων, οι οποίοι θα απέδιδαν διαφορετικά αποτελέσματα[4].

Οι υποθέσεις που διατυπώνονται από τους ιστορικούς γλωσσολόγους για τη σχετική χρονολόγηση συγκεκριμένων μεταβολών επαληθεύονται όταν:

  • κάποια από τις μεταβολές προσδιοριστεί ακριβέστερα μέσω της απόλυτης χρονολόγησης (π.χ. αν βρεθούν στοιχεία που αποδεικνύουν από πότε μαρτυρείται),
  • εξακριβωθεί ότι το προϊόν τής αλυσίδας μεταβολών θα ήταν εντελώς διαφορετικό αν είχε ακολουθηθεί άλλη σειρά,
  • διαπιστωθεί παρόμοια ή παράλληλη σειρά αλλαγών σε άλλες γλώσσες ή οικογένειες γλωσσών, για την ιστορία των οποίων υπάρχουν επιστημονικώς αξιόπιστες πληροφορίες.

Ουσιαστικά, η σχετική χρονολόγηση διέπεται από τις αρχές τής προβλεψιμότητας και της λογικής ακολουθίας[5].

Παραδείγματα - Εφαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

α) Στα δευτερόκλιτα ονόματα της Αρχαίας Ελληνικής (π.χ. δρόμος, πόρος) η διαμόρφωση του τύπου τής γενικής πληθυντικού επιτρέπει να τοποθετήσουμε σε χρονική ακολουθία δύο φωνολογικούς νόμους, τον νόμο τής τρισυλλαβίας και τη διαδικασία τής συναίρεσης. Εν προκειμένω:

  1. Συναίρεση φωνηέντων (μετά τη σίγηση του ενδοφωνηεντικού -σ-): *δρόμο-ων > δρόμων, *πόρο-ων > πόρων (το ληκτικό τέρμα -ων προήλθε από μόρφημα *-osom).
  2. Νόμος τής τρισυλλαβίας: δρόμων, χώρων (δεν χρειάστηκε να εφαρμοστεί, διότι ο τόνος δεν υπερβαίνει τους τρεις συλλαβικούς χρόνους).

Αν οι δύο νόμοι είχαν λειτουργήσει αντίστροφα, το προϊόν των μεταβολών θα ήταν εντελώς διαφορετικό και θα αντετίθετο στους παραδεδομένους τύπους. Εν προκειμένω:

  1. Νόμος τής τρισυλλαβίας: *δρόμο-ων > *δρομό-ων, *πόρο-ων > *πορό-ων.
  2. Συναίρεση φωνηέντων: *δρομό-ων > *δρομῶν, *πορό-ων > *πορῶν (το προϊόν τής συναίρεσης -όω είναι πάντοτε -ῶ, π.χ. πληρόω > πληρῶ).

Ο σχηματισμός των ανύπαρκτων τύπων *δρομῶν, *πορῶν αποδεικνύει ότι πρώτα λειτούργησε η διαδικασία τής συναίρεσης και κατόπιν ίσχυσε στην Αρχαία Ελληνική ο νόμος τής τρισυλλαβίας[6].

Σημειώσεις και πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γιαννάκης 2005: 270-1· Μπαμπινιώτης 1985: 57.
  2. Anttila 1989: 109· Campbell 1999: 46.
  3. Morpurgo-Davies 2003: 175 κ.εξ.
  4. Beekes 2004 (1995): 107.
  5. Campbell 1999: 229.
  6. Μπαμπινιώτης 1985: 58.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Anttila R., 1989 (β΄ έκδ.): Historical and Comparative Linguistics. Amsterdam: John Benjamins.
  • Beekes R.S.P., 1995: Comparative Indo-European Linguistics: An Introduction. Amsterdam: John Benjamins (μετάφρ. υπό Γ. Παπαναστασίου & Σ. Τσολακίδη, 2004, Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών).
  • Γιαννάκης Γ., 2005: Οι Ινδοευρωπαίοι. Α: Γλώσσα και Πολιτισμός. Αθήνα: Καρδαμίτσα.
  • Campbell L., 1999 (β΄ έκδ.): Historical Linguistics: An Introduction. Cambridge (Mass.): The MIT Press.
  • Hock H.H., 1991 (β΄ έκδ.): Principles of Historical Linguistics. Amsterdam: Mouton de Gruyter.
  • Lejeune M., 1967: Phonétique historique du mycénien et du grec ancien. Paris: Klincksieck.
  • Morpurgo-Davies A., 2003 (β΄ έκδ.): «Relative Chronology». International Encyclopedia of Linguistics (W. Frawley, ed.), Oxford: OUP (σελ. 174-7).
  • Μπαμπινιώτης Γ., 1985: Ιστορική Γραμματική τής Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Ι. Φωνολογία. Αθήνα.