Τιμασίθεος ο Λιπαρίτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τιμασίθεος ο Λιπαρίτης

Τιμασίθεος ο Λιπαρίτης είναι το όνομα ενός αξιωματούχου από τη Μεγάλη Ελλάδα, στον οποίο γίνεται αναφορά από διάφορους συγγραφείς του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Πιο συγκεκριμένα, εμφανίζεται ως πρωταγωνιστής ενός περιστατικού που συνέβη το 396 π.Χ. - αμέσως μετά την υποταγή των Βηίων στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Δεν είναι πάντως εξακριβωμένο εάν πρόκειται για ιστορικό ή μυθικό πρόσωπο.

Σύμφωνα με την αφήγηση του Λιβίου (59 π.Χ. - 17 μ.Χ.), τρεις Ρωμαίοι συγκλητικοί ορίστηκαν πρεσβευτές για να μεταφέρουν ένα χρυσό κύπελο στους Δελφούς, ως αφιέρωμα στον Απόλλωνα για την κατάκτηση των Βηίων. Όμως το πλοίο τους ταξίδευε ασυνόδευτο και αιχμαλωτίστηκε από Λιπαρίτες πειρατές κοντά στις Αιολίδες Νήσους. Εκεί η πειρατεία αποτελούσε ένα είδος κρατικού θεσμού, καθώς η διαχείριση των λαφύρων που αποκομίζονταν με αυτόν τον τρόπο ήταν ευθύνη της κυβέρνησης που τα διένεμε σε ολόκληρη την κοινότητα. Για καλή τύχη της πρεσβείας, εκείνη τη χρονιά ανώτατος άρχων των Λιπαριτών ήταν ο Τιμασίθεος, ένας άνδρας που «έμοιαζε στους τρόπους περισσότερο με Ρωμαίο παρά με τους συμπατριώτες του». Αυτός σεβάστηκε την προέλευση και τον ιερό σκοπό των απεσταλμένων και αφού τους φιλοξένησε κατά τα δέοντα, τους χορήγησε λιπαρίτικα πλοία ως προστατευτική συνοδεία σε όλο το ταξίδι.[1]

Το ίδιο ακριβώς περιστατικό αναφέρεται πιο συνοπτικά από το Διόδωρο Σικελιώτη, σύγχρονο του Λιβίου. Αυτός προσθέτει πως όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν το Λίπαρι 137 αργότερα, οι απόγονοι του Τιμασιθέου έλαβαν ιδιαίτερες τιμές και απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση να πληρώνουν φόρους.[2]

Σχετικά άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]