Κρυφό Σχολειό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο κρυφό σχολειό προσδιορίζεται η φερόμενη μυστική και απαγορευμένη, από τους Οθωμανούς κατακτητές, εκπαίδευση των υπόδουλων του ευρύτερου ελλαδικού χώρου στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κατά τους περισσότερους σύγχρονους ιστορικούς το κρυφό σχολειό είναι μύθος χωρίς ιστορική βάση, η δε απαγόρευση στην παιδεία επί Τουρκοκρατίας είναι αναπόδεικτη. Έλλειψη αναφορών σε ελληνική εκπαίδευση υπάρχει μόνο μέχρι τα τέλη του 16ου αι. και οφείλεται στον αρχικό μαρασμό που προκάλεσε η οθωμανική κατάκτηση, ωστόσο ως τα μέσα του 20ού αιώνα διδασκόταν ότι η ελληνική παιδεία εδιώκετο συστηματικά κατά τη διάρκεια αυτού του ενός και πλέον αιώνα, και πως αυτό οδήγησε την Εκκλησία στην κρυφή λειτουργία τέτοιων σχολείων. Υπάρχουν παρόλα αυτά και σήμερα μελετητές που, αν και λαμβάνουν υπόψιν πως η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν εξέδωσε ποτέ διαταγή απαγόρευσης, υποστηρίζουν την ύπαρξη κρυφών σχολείων κατά τόπους, σε περιπτώσεις όπου κυριαρχούσε αυθαιρεσία και φανατισμός των τοπικών μουσουλμάνων αρχόντων. Επίσης έχει διατυπωθεί η άποψη πως τα κρυφά σχολεία είχαν ρόλο από το δεύτερο μισό του 18ου αι. και έπειτα, καθώς πλησίαζε η Επανάσταση, λειτουργώντας κρυφά με σκοπό να διαδίδουν εθνικοαπελευθερωτικές ιδέες που δεν θα μπορούσαν να διδάσκονται φανερά στα πλαίσια των συμβατικών μαθημάτων των σχολείων που λειτουργούσαν κανονικά.

Νικόλαος Γύζης, Το κρυφό σχολειό, ελαιογραφία, 1885/86.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περίοδο της οθωμανικής κατοχής λειτουργούσαν επίσημα ελληνικά σχολεία ιδρυθέντα από την ιδιωτική πρωτοβουλία Ελλήνων και την Εκκλησία και η παροχή παιδείας με κύριο σκοπό να ετοιμαστούν στελέχη για τις ανάγκες της[1] δεν αντιμετώπιζε την αντίδραση της κεντρικής εξουσίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Θεωρείται όμως πιθανό πως σε ορισμένες περιπτώσεις Τούρκοι αξιωματούχοι σε απομακρυσμένες περιφέρειες δυσχέραιναν ή απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων για ποικίλους λόγους, που πολλές φορές σχετίζονταν με την αναστάτωση που προκαλούσαν τα απελευθερωτικά κινήματα.[2]

Η ονομασία «κρυφό σχολειό», σύμφωνα με βιογράφο του ζωγράφου του ομώνυμου πίνακα (Νικολάου Γύζη), συναντάται προεπαναστατικά σε ένα μικρό μοναστήρι στην Τήνο, πληροφορία η οποία έχει όμως αμφισβητηθεί και πιθανότερα δε συνδέεται με κρυφή εκπαίδευση επί Τουρκοκρατίας, καθώς η Τήνος ήταν φραγκοκρατούμενη[3][4] μέχρι το 1715. Ωστόσο, ο Φ. Κακριδής παρατηρεί ότι και οι καθολικοί ήταν εχθρικοί προς την εκπαίδευση των ορθοδόξων.[5] Πρώτη δημοσιευμένη αναφορά, σε κρυφά σχολεία επί Τουρκοκρατίας, έγινε το 1825, βασισμένη σε επιστολή (της 4-2-1822) του Στ. Κανέλλου προς τον C.Iken.[6] Ως ορολογία του συμβολισμού καθιερώθηκε στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ού αιώνα. Η έννοια του κρυφού σχολειού, η οποία διδάχθηκε στα ελληνικά σχολεία κατά τον 20ό αιώνα, απέκτησε μεγάλη σημασία στην εθνική συνείδηση των Ελλήνων. Μαζί με το θρύλο της Αγίας Λαύρας, το κρυφό σχολειό χρησίμευσε για την αποκατάσταση των εθνικών διαπιστευτηρίων της ορθόδοξης εκκλησίας και ισχυροποίησε τη θέση της στο ελληνικό εθνικό φαντασιακό, παρουσιάζοντάς την ως «κιβωτό εθνικών αξιών».[7] Στη συνέχεια, με την αμφισβήτηση της ύπαρξής του, το θέμα του κρυφού σχολειού πολιτικοποιήθηκε έντονα και συνδέθηκε με τη διαφωνία για τον ρόλο της Εκκλησίας στην επιβίωση του ελληνικού στοιχείου, τη θεμελίωση της εθνογένεσης και στην προετοιμασία της επανάστασης.[4]

Η εικόνα του κρυφού σχολειού έφτασε να γίνει το σύμβολο της, ψευδώς, μοναδικής και ταυτόχρονα απαγορευμένης εκπαίδευσης των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας. Αυτός ο συμβολισμός συνάντησε τις αντιδράσεις ιστορικών και φιλολόγων του 20ου αιώνα. Ελλείψει επαρκούς τεκμηρίωσης για την ύπαρξη κρυφής εκπαίδευσης και καθώς υπήρχε τεκμηριωμένα η καταγραφή πολλών σχολείων που λειτουργούσαν επίσημα, στη νεότερη ιστοριογραφία το κρυφό σχολειό κατατάχθηκε ως μύθος της προφορικής λαϊκής παράδοσης.[8][9]

Σύμφωνα με διαφορετική θεώρηση, που βασίζεται σε μαρτυρίες για κρυφές διδασκαλίες τις οποίες εκτιμά ως αξιόπιστες, το κρυφό σχολειό δεν είναι μύθος αλλά «θρύλος με ιστορικό πυρήνα», με την έννοια πως ο συμβολισμός έλαβε μεγάλες διαστάσεις στη θέση ενός μικρότερου πραγματικού ρόλου κρυφής εκπαίδευσης λίγο πριν (δεύτερο μισό 18ου αι.) και κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή ο ιστορικός πυρήνας από τον οποίο ξεπήδησε ο θρύλος του κρυφού σχολειού αφορά στις κρυφές διδασκαλίες που σχετίζονταν με την ελληνική ιστορία και την εμφύσηση της ελπίδας για απελευθέρωση του γένους των Ελλήνων, που δε θα ήταν δυνατό να διδάσκονται στα αναγνωρισμένα σχολεία που λειτουργούσαν.[4]

Η εκπαίδευση κατά την οθωμανική κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την τουρκοκρατία γενικά συνέβη μια σημαντική υποχώρηση της παιδείας των Ελλήνων. Εστίες παιδείας διατηρήθηκαν κυρίως στα πλαίσια της Εκκλησίας και κυρίως των μοναστηριών, τα οποία περιγράφονται ως "καταφύγια" των λογίων και των γραμμάτων και "κευθμώνες [κρυψώνες] πολλών θησαυρών των αρχαίων προγόνων".[10] Το 1608 ο Γερμανός θεολόγος και διπλωμάτης στην Κωνσταντινούπολη Salomon Schweigger αναφέρει την ύπαρξη μικρών ελληνικών σχολείων όπου διδάσκουν καλόγεροι. [αναφ. 1][11] Τα σχολεία αυτή την περίοδο λειτούργησαν με την κηδεμονία της εκκλησίας κυρίως για να ετοιμάσουν στελέχη για τις ανάγκες της, καθώς ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είχε τεθεί επικεφαλής του μιλλέτ («έθνους») των Ορθοδόξων υπηκόων της αυτοκρατορίας. Η κεντρική διοίκηση στην Κωνσταντινούπολη δεν απαγόρευσε τη λειτουργία ελληνικών σχολείων και εκκλησιών αλλά αυτή η θρυλούμενη θρησκευτική ανοχή έπρεπε να εξαγοράζεται. Όπως επισημαίνει ο Νεοκλής Σαρρής, για να διατηρούν οι χριστιανοί τους θρησκευτικούς τους θεσμούς έπρεπε να ρέει σταθερά νόμιμο και παράνομο χρήμα από αυτούς προς τους Οθωμανούς, ακόμα και τον ίδιο τον Σουλτάνο.[12] Κατ' άλλη άποψη, η μή απαγόρευση ίδρυσης σχολείων δεν σχετίζεται με το κρυφό σχολειό, καθώς το οθωμανικό καθεστώς δεν ήταν συνταγματικό καθεστώς ώστε υπό μορφή συμβολαίου μεταξύ σουλτάνου και κατακτημένων να προβλέπει ή να μη προβλέπει κάτι. Τα προνόμια που παραχωρούν οι σουλτάνοι δεν έχουν το περιεχόμενο του ατομικού δικαιώματος αλλά είναι προνόμια του πατριάρχη ή κάποιας κοινότητας και ισχύουν με την προϋπόθεση της πλήρους υποταγής.[13] Έτσι, διαπιστώνεται ότι σε διάφορες επαρχίες και κατά περιόδους υπήρχαν σοβαρά εμπόδια έως και καταστροφές σχολείων.[1] Η μοναδική Ορθόδοξη οργανωμένη σχολή ήταν η Πατριαρχική Ακαδημία (Μεγάλη του Γένους Σχολή), μετά την επανίδρυσή της το 1454.[14]

Από το τέλος του 16ου αιώνα, χειρόγραφες και επίσημες μαρτυρίες που σώζονται και πραγματεύονται την κατάσταση της ελληνικής παιδείας, βεβαιώνουν την ίδρυση και λειτουργία ελληνικών σχολείων. Ο Γερμανός ελληνιστής Μαρτίνος Κρούσιος, στο κυριότερο έργο του Turcograecia (1584), σημειώνει την παρουσία κοινών σχολείων, όπου τα παιδιά διδάσκονται ανάγνωση με χρήση εκκλησιαστικών λειτουργικών βιβλίων, όπως επιβεβαιώνει και ο ιερέας της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Σάλομον Σβάιγγερ (Salomon Schweigger).[15]

H δεύτερη και κυρίως η τρίτη δεκαετία του 17ου αιώνα, χαρακτηρίζεται ως περίοδος πνευματικής αναγέννησης της υπόδουλης Ελλάδας με την ελληνική παιδεία να γνωρίζει σημαντική βελτίωση που συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες.[16] Από τον 18ο αιώνα τα σχολεία πλήθυναν, τόσο μάλιστα που έφτασε να καταγράφεται πως το 1806 κάθε πόλη είχε δύο ή 3 σχολεία κατ' ελάχιστο. Μόνο στα Ιωάννινα, από το 1647 ως το 1805 ιδρύθηκαν και λειτούργησαν πέντε τουλάχιστο ονομαστές σχολές.[4]

Κατά καιρούς εμφανίζονταν περιπτώσεις[σημ. 1][σημ. 2] κατά τις οποίες σε περιφέρειες γινόταν δυσχερής ή και απαγορευόταν η λειτουργία σχολείων, κυρίως όσο αυτή συνδεόταν με απελευθερωτικά κινήματα ή κατά τις διάφορες εξεγέρσεις.[2] Άλλωστε έχει αναγνωριστεί ότι λόγω της εδαφικής επέκτασης του Οθωμανικού κράτους οι εξουσίες είχαν σταδιακά αποκεντρωθεί. Έως το τέλος του 18ου αιώνα η εξουσία είχε περάσει σε κρατικούς αξιωματούχους και ο Σουλτάνος είχε διατηρήσει μόνο τη συμβολική εξουσία του.[17] Έτσι, ο Charles Tuckermann, αμερικανός πρόξενος στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση, παρατηρεί ότι κατά την τουρκοκρατία «τα ελληνικά σχολεία ήταν λίγα και απομακρυσμένα, και υποστηρίζονταν από τις εθελοντικές εισφορές διαφόρων οργανώσεων και από Έλληνες του εξωτερικού. Η ελευθερία διδασκαλίας δεν ήταν περισσότερη από την ελευθερία πολιτικών δραστηριοτήτων, και τα γράμματα είχαν το μερίδιό τους από την εθνική μιζέρια.».[αναφ. 10] Την εχθρότητα των Τούρκων έναντι των σχολείων υπαινίσεται και ο Γερμανός καθηγητής G. A. Noehden το 1820 αναφέροντας ότι το γνωστό σχολείο των Μηλεών Πηλίου κατόρθωνε να καλλιεργεί τα γράμματα γιατί «ήταν μακριά από το ζηλόφθονο μάτι του Τούρκου διοικητή και επιπλέον έχει διασφαλισθεί από τις επιβουλές του με ιδιαίτερα προνόμια και ασυλίες, που έχουν δοθεί στην πόλη από την κυβέρνηση».[18] Πάλι από τις Μηλιές το 1832 (ενώ παραμένουν υπό τουρκική κατοχή) ο ιεροδιάκονος-διαφωτιστής Γρηγόριος Κωνσταντάς γράφει απευθυνόμενος εμμέσως στον πατριάρχη:

«... επιθυμώ να επιστρέψω εις την πατρίδα μου, να ανοίξω και πάλιν το σχολείον μου ... Φοβούμαι όμως [...] και τους περιοικούντας οθωμανούς, οι οποίοι μπορούν να εκλάβουν το πράγμα αλλέως, παρά εγώ το μεταχειρίζομαι. Όθεν παρακαλώ [...] αν είναι δυνατόν να μοι δοθή βασιλικόν φιρμάνι υπερασπίζον το σχολείον τούτο από [...] των περιοίκων αλλογενών ενδεχομένας καταδρομάς.»[19]

Την πεποίθηση ότι οι Τούρκοι στέρησαν την παιδεία από τα παιδιά των Ελλήνων έχει και ο Άγγλος συνταγματάρχης φιλέλληνας Λέστερ Στάνχοπ (L. Stanhope) σε επιστολή του από το Μεσολόγγι το 1823.[20]

Κατά τον ιστορικό και αγωνιστή του 1821 Φιλήμονα, όπως αναφέρει στο Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας που εκδόθηκε το 1834, η ελεύθερη σύσταση ελληνικών σχολείων οφειλόταν στη γενικότερη αμάθεια των Τούρκων, οι οποίοι αγνοούσαν ποια μέτρα θα ωφελούσαν το πολιτικό σύστημά τους[21], υπονοώντας την απαγόρευση των σχολείων.

Ενδελεχή μελέτη για την κατάσταση των ελληνικών γραμμάτων από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 19ο αιώνα παρέδωσε επίσης ο Ματθαίος Παρανίκας, στο Σχεδίασμα (Κωνσταντινούπολη, 1867). Εκεί περιγράφει τη ζοφερή κατάσταση της παιδείας μετά την Άλωση και αναφέρεται στη συμβολή των λειτουργών της εκκλησίας στην εκπαίδευση του «ως επί το πλείστον αγράμματου ποιμνίου», περιγράφοντας τα μοναστήρια και τις εκκλησίες ως «καταγώγια της αρετής» και «κευθμώνες (κρυψώνες) πολλών θησαυρών των αρχαίων προγόνων».[22] Στο έργο του, ο Παρανίκας δεν αναφέρεται σε κρυφά σχολεία και παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για σχολεία και δασκάλους που δίδαξαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας[23].

Γεγονός πρέπει να θεωρείται η γενικότερη αναβίωση της ελληνικής παιδείας από το 17ο αιώνα, όπως περιγράφεται από τον Παρανίκα αλλά και από άλλους ιστοριογράφους όπως ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, και συνοδεύεται από την ίδρυση αρκετών σχολείων[23][24]. Για τη μελέτη θεμάτων της εκπαίδευσης, το έναυσμα έδωσε το 1865 ο Ροδοκανάκειος Φιλολογικός Αγών με την προκήρυξη διαγωνισμού με αντικείμενο την ιστορία της ελληνικής παιδείας από την άλωση της Κωνσταντινύπολης μέχρι το 1821. Υποβλήθηκαν εργασίες από τους Παναγιώτη Αραβαντινό και Κωνσταντίνο Σάθα, με τον τελευταίο να βραβεύεται τελικά για το μέρος της έρευνάς του που αφορούσε στους λογίους και στο γλωσσικό ζήτημα, καθώς θεωρήθηκε πως η μελέτη του Παρανίκα, που είχε ήδη δημοσιευθεί, κάλυπτε επαρκώς τα θέματα που άπτονταν των ελληνικών σχολείων. Σε καμία από αυτές τις εργασίες δε συναντάται αναφορά στην ύπαρξη Κρυφού Σχολείου.[25]

Συμπληρωματική της εργασίας του Παρανίκα είναι και η μελέτη του Τρύφωνος Ευαγγελίδου, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας (1936), όπου κατέγραψε ακόμα περισσότερα σχολεία, βασισμένος σε πρόσθετες πηγές στις οποίες δεν είχε πρόσβαση ο Παρανίκας[26], αναφέροντας όμως και την εκπαίδευση που γινόταν με κίνδυνο «κρύφα και εν παραβύστω» . Γνωστά είναι, εξ άλλου, ορισμένα από τα μεγαλύτερα εκπαιδευτήρια του υπόδουλου ελληνισμού, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη, η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και άλλα σχολεία σε πολλές περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας[27]. Μαρτυρίες για ελεύθερη ίδρυση και λειτουργία σχολείων αντλούνται επίσης από ξένους περιηγητές, όπως τον άγγλο αξιωματικό Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ που επισκέφτηκε την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821,[28] αν και τέτοιες μαρτυρίες θεωρούνται εν γένει μικρότερης αξίας από τις πρωτογενείς ελληνικές πηγές.

Αν και υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες που βεβαιώνουν περιπτώσεις κρυφών σχολείων σε τοπική κλίμακα, στις πηγές της εποχής δεν καταγράφεται καμία σχετική με απαγόρευση ίδρυσης ή λειτουργίας σχολείου[11].
Στον Λόγιο Ερμή του 1811 αναφέρεται το άνοιγμα σχολείων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις αρχές του 19ου αιώνα με άδεια των Αρχών στην Κωνσταντινούπολη, στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, στη Χίο κλπ. Επίσης αναφέρεται η οργάνωση λυκείων στη Σμύρνη και στη Θεσσαλονίκη[29] Στο ίδιο έντυπο, το 1813, περιγράφεται με μελανά χρώματα η αμάθεια που επικρατούσε κατά τους προηγούμενους αιώνες.[30]

Μαρτυρίες για κρυφή διδασκαλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίσως η πρωιμότερη ρητή αναφορά σε κρυφά διδασκαλεία υπάρχει σε ομιλία υπέρ της επανάστασης που εκφώνησε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος «ο εξ Οικονόμων» το 1821 και δημοσίευσε το 1825. Εκεί αναφέρει[σημ. 3] ότι τα σχολεία όταν δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν κρυφά, το κατάφερναν με τεχνάσματα ή χάρη σε δωροδοκίες Τούρκων αξιωματούχων, όπως αναφέρεται αργότερα[σημ. 4] και για τη Σχολή της Χίου. Ο λόγιος ιατρός Στέφανος Κανέλλος, σε επιστολή του της 4 Φεβρ. 1822 προς τον Γερμανό φιλέλληνα Carl Iken (δημοσιεύτηκε στα γερμανικά το 1825) αναφέρει[σημ. 5] ότι οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία χειρότερα και από τις εκκλησίες και ότι οι Έλληνες προσπαθούσαν «να συστένουν κοινά σχολία κρυφίως». Σε άλλο σημείο της επιστολής του αναφέρεται στην αμάθεια των υπόδουλων Ελλήνων, υποστηρίζοντας ότι δεν προερχόταν από αναισθησία ή αδιαφορία τους προς την παιδείαν, αλλά[σημ. 6] από την «αθλίαν κατάστασιν των σχολείων, αποτέλεσμα της όλης καταστάσεως του έθνους». Σημειώνει παράλληλα τον ενθουσιασμό των νέων να μάθουν γράμματα παρά την φτώχεια και τις στερήσεις. Ο καθηγητής φιλολογίας Άλκης Αγγέλου (1917-2001) θεώρησε αναξιόπιστη αυτή την αναφορά του Κανέλλου, πιστεύοντας ότι είχε σκοπό να προκαλέσει το ενδιαφέρον τών ευρωπαίων για την Επανάσταση. Κατά τον Χ. Πατρινέλη, ο Κανέλλος «προχειρολογεί και αυτοσχεδιάζει», τονίζοντας ειδικά την αρχή της επιστολής του προς τον Iken όπου γράφει: «Αλλ’ επειδή μ’ έδωκες την άδειαν να σε γράφω ό,τι με έλθει εις τον νουν... θέλεις συγχωρήσει την αταξίαν και ατέλειαν των όσων μέλλω να σε σημειώσω». Ο ιστορικός Απόστολος Διαμαντής, με τη σειρά του, απορρίπτει το επιχείρημα του Αγγέλου χαρακτηρίζοντάς το "τακτική γνωστή από την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού".[31] Ομοίως, ο Ν. Χρονόπουλος παρατηρεί ότι ο Αγγέλου βάζει τις υπάρχουσες μαρτυρίες στην "προκρούστεια κλίνη" και τις μεταχειρίζεται έτσι ώστε να εξυπηρετείται το σενάριο της "μυθοπλασίας".[32]

Στην επιρροή που άσκησαν οι λόγιοι, την οποία συνδέει με τον απελευθερωτικό αγώνα, κρυφά με την πένα τους αναφέρεται ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879) σε λόγο του[σημ. 7] στη Λευκάδα.[αναφ. 2] Σε απόσπασμα των απομνημονευμάτων του, ο Νικόλαος Δραγούμης ανέφερε[σημ. 8] για κακομεταχείριση του πατέρα του «χάριν των ελληνικών γραμμάτων» καθώς και ότι οι Τούρκοι «κατέτρεχαν παντοιοτρόπως» τα σχολεία, ώστε δάσκαλοι και μαθητές σοφίζονταν τρόπους για να αποφεύγουν την οργή τους. Μαθητές και δάσκαλοι προσπαθούσαν να κρύψουν τη λειτουργία του σχολείου ώστε να μην ακούγεται θόρυβος ή φωνές που μαρτυρούσαν διδασκαλία, καθώς απειλούνταν με ξυλοδαρμούς δασκάλων από περαστικούς Τούρκους. Αναφορά σε λειτουργία κρυφών σχολείων κάνει λόγο στα απομνημονεύματά του και ο Φωτάκος ή Φώτιος Χρυσανθόπουλος (1798 - 1879), σύμφωνα με τον οποίο μόνο οι Έλληνες φρόντιζαν για την παιδεία, «εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους».[αναφ. 16] Το 1849 ο καθηγητής Γεώργιος Μαυροκορδάτος σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αναφέρει ότι η προηγούμενη γενεά νέων «εδιδάσκετο λαθραίως εν υπογείοις και εν ταις οπαίς της γης τον τύραννον διαφεύγουσα». Ο Α. Αγγέλου ασκεί αρνητική κριτική σ' αυτή την αναφορά του Μαυροκορδάτου, σχολιάζοντας ότι ο τελευταίος, εκφραζόμενος με ρητορικό λόγο, «αδιαφορεί για το βάρος των λέξεων που χρησιμοποιεί».[33], αλλά, και το έργο του Αγγέλου έχει επικριθεί για τη χρήση «συζητήσιμης επιχειρηματολογίας».[σημ. 9]

Το 1883 στην περιοχή του Διδυμοτείχου αναφέρεται η έναρξη αυστηρών περιορισμών στην παιδεία των Ελλήνων με έλεγχο των βιβλίων και των δασκάλων. Αυτό αντανακλάται σε επιστολή του πατριάρχη προς τον επίσκοπο Διδυμοτείχου, όπου αναφέρει ότι κρυφά εισάγονταν ελληνικά σχολικά βιβλία στην Οθωμ. Αυτοκρατορία και όσα από αυτά έπεφταν στην αντίληψη των Τούρκων κατάσχονταν.[34]

Ο τοπικός ανταποκριτής της Γαλλικής εφημερίδας «Temps», Ρενέ Πυώ (Rene Puaux), κατά την απελευθέρωση στο τουρκοκρατούμενο Αργυρόκαστρο το 1913 αναφέρει[σημ. 10] τη διεξαγωγή κρυφών μαθημάτων εθνικού περιεχομένου στην πόλη μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.[αναφ. 17] Ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος έχει επισημάνει ότι η μαρτυρία δεν παραπέμπει «στην ύπαρξη «κρυφού σχολειού» στην Ηπειρο κατά τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, αλλά στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης» το οποίο ελεγχόταν από το Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως.[35] Ο Φ.Ι.Κακριδής θεωρεί ότι η μαρτυρία του Πυώ αντιστοιχεί στην ιστορική αλήθεια, η οποία είναι η μυστική διδασκαλία μαθημάτων εθνικού και θρησκευτικού περιεχομένου πέρα από τα επίσημα μαθήματα που γίνονταν φανερά.[36]

Η παρουσία του Κρυφού Σχολειού στη λαϊκή παράδοση πιστεύεται πως υπήρξε αποτέλεσμα της λόγιας επίδρασης των μεταπελευθερωτικών χρόνων. Τη διδασκαλία «σε κρυφούς τόπους», ειδικά πριν τον 17ο αιώνα, δέχεται[σημ. 1] ο Τρύφων Ευαγγελίδης (1936) εξηγώντας μάλιστα ότι έγραψε την πραγματεία του για να αποδείξει την θέληση των Ελλήνων για παιδεία, την οποία κατά την άποψή του[σημ. 1] μεταλαμπάδευαν ακόμα και «κρύφα και εν παραβύστω» παρά τις αντίθετες πολιτικές. Ο Ευαγγελίδης γνωρίζει ότι επί τουρκοκρατίας λειτουργούσαν μεν σχολεία αλλά ταυτόχρονα υπήρχαν απαγορεύσεις και διώξεις της παιδείας.

Σύγχρονη μελέτη συσχετίζει την παράδοση του κρυφού σχολείου με μια μαρτυρία του Γάλλου διπλωμάτη de Marcellus ο οποίος αναφέρει ότι το 1820 παραβρέθηκε σε μια κρυφή "διδασκαλία" των Περσών του Αισχύλου στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ κλειστού κύκλου Φαναριωτών. Εδώ το "κρυφό σχολειό" ερμηνεύεται ως συνεκδοχή της κοινοτικής αντιστασιακής δράσης και του αναπτυσσόμενου ελληνικού εκπαιδευτικού και πατριωτικού κινήματος.[37]

Ο ιστορικός Σπύρος Λουκάτος συγκαταλέγει τους δασκάλους των "κρυφών σχολειών" (εισαγωγικά δικά του) μέσα στους παράγοντες εκπαίδευσης - μαζί με τους πνευματικούς ηγέτες του έθνους, τους σοφούς γέρους, τους καλογήρους, τους διδάχους και τους ιεροκήρυκες - που κατά την τουρκοκρατία συντήρησαν την εθνική ιστορική μνήμη με τη διάδοση λαϊκών προφητειών, θρύλων και άλλων στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού.[38]

Στα Δωδεκάνησα αναφέρεται ότι παρόλο που η λειτουργία Ελληνικών σχολείων επισήμως επιτρέπονταν από τις Οθωμανικές αρχές, η ίδρυση και λειτουργία τους απαιτούσε τεράστια ποσά για να χρηματιστούν οι τοπικοί άρχοντες, προκειμένου να εκδώσουν τις σχετικές άδειες, ωθώντας έτσι τους Έλληνες στη λειτουργία παράνομων σχολείων[39].

Σε κάποιες περιπτώσεις μυστική ήταν η οικονομική υποστήριξη σχολείων. Αναφέρεται η περίπτωση της Κοζάνης του 19ου αιώνα όπου οι Έλληνες με μυστική είσπραξη εισφορών συντηρούσαν σχολεία.[40]

Λαογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απ' έξω μαυροφόρ' απελπισιά

πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι
και μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά
στην εκκλησιά, που παίρνει κάθε βράδυ
την όψη του σχολειού
το φοβισμένο φως του καντηλιού
τρεμάμενο τα ονείρατα αναδεύει

και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει.
— Ιωάννης Πολέμης

Σημαντικότερες λαογραφικές αναφορές θεωρούνται το παιδικό τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό...» και στη μεταγενέστερη ελληνική τέχνη ο ομώνυμος πίνακας του Νικόλαου Γύζη και το σχετικό ποίημα που εμπνεύστηκε από τον ίδιο πίνακα εν συνεχεία ο Ιωάννης Πολέμης (η μετονομασία του πίνακα από τον αρχικό τίτλο του Γύζη, «Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας», οφείλεται αντιστρόφως στην απήχηση του ποιήματος).[42][41] Ως μαρτυρία για την ύπαρξη κρυφών σχολείων προβάλλεται επίσης η ύπαρξη σχετικών τοπωνυμίων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Της τούρκισσας το βάπτισμα
Φεγγαράκι μου λαμπρόν
φέγγε και περπάτειγε
Για να σε ρωτήσομε
Δια δυό Γραικόπουλα
Και Γρεβενητόπουλα
Χήραν Τούρκαν δούλευαν
Ολ' ημέραν στον ζυγόν
Το βράδυ στον κρεμασμόν.
Βρε παιδιά Γραικόπουλα
και Γρεβενητόπουλα
Γένεσθε Τουρκόπουλα,
Να χαρήτε την Τουρκιά,
Τ' άλογα τα γλίγωρα
Τα σπαθιά τα δαμασικιά
...»[43][αναφ. 18][11]

Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σκολειό
να μαθαίνω γράμματα
του Θεού τα πράματα»,

όπως παρατίθεται από τον Βλαχογιάννη


Το παιδικό τραγούδι, που αναφέρεται και ως νανούρισμα, καλύπτει ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και γνώρισε πολλές και τέτοιας λογής αλλοιώσεις, τις οποίες σπάνια συναντάμε σε δημοτικά τραγούδια. Οι δύο πρώτοι στίχοι του συναντώνται σε δημοτικό που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον Claude Fauriel το 1825.[44] Επαναδημοσιεύτηκε από τον Sanders το 1844 και άλλους αργότερα. Το τραγούδι στην αρχική του μορφή δεν συσχετίζεται με το Κρυφό Σχολείο,[45] ούτε αναφέρεται σαφώς σε αυτό, αλλά ο τίτλος και το περιεχόμενο παραπέμπει στον εξισλαμισμό των Ελλήνων.

Η παραλλαγή που αναφέρεται σε σχολείο συνδέεται με την ύπαρξη κρυφών σχολείων για πρώτη φορά το 1855, σε μελέτη του λογίου Γρ. Γ. Παπαδοπούλου, όπου σημειώνει πως «Οι μαθητές την νύκτα εξερχόμενοι λάθρα μετέβαινον εις τον διδάσκαλον, λέγοντες το γνωστόν ασμάτιον “Φεγγαράκι μου λαμπρό”...».[11] Το ίδιο νόημα αποδίδει στο ποίημα ο Ch. Tuckerman το 1872, αμερικανός πρέσβυς στην Αθήνα, προσθέτοντας ότι είναι γνωστό σε κάθε Έλληνα και μεταδίδεται από τους γονείς στα παιδιά.[46] Η σύνδεση του ποιήματος με την πεποίθηση ύπαρξη οργανωμένων κρυφών σχολείων υπό την αιγίδα της Εκκλησίας προέρχεται από κυριολεκτική ανάγνωση, καθώς συμπεριλαμβανόταν σε διάφορα αλφαβητάρια όπως το 1870 στη Μυτιλήνη, όπου το ποίημα (μέχρι τότε είχε δημοσιευτεί τρεις ή τέσσερις φορές) τυπώθηκε στην πρώτη σελίδα του βιβλίου, αλλά και αργότερα σε βιβλία του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (Ο.Ε.Δ.Β.)[αναφ. 19][47] που ιδρύθηκε το 1937 υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.[48] Σύμφωνα με τον Αλέξη Πολίτη, από κάποια στιγμή και μετά, η παράδοση και το τραγούδι συνυπάρχουν, ενώ είναι δύο άσχετα θέματα στη προέλευση και στη σύστασή τους.[49][50] Μεταξύ άλλων, ο Τάσος Γριτσόπουλος θεωρεί το ποίημα επιχείρημα για την ύπαρξη του κρυφού σχολειού.[51]

Ο ομώνυμος πίνακας του Γύζη παριστά ένα κρυφό σχολείο, όπως το φαντάστηκε ο καλλιτέχνης, και φιλοτεχνήθηκε το 1886. Το έργο ανήκει στις συνθέσεις ηθογραφικού χαρακτήρα του Γύζη, του οποίου ο συμβολισμός δίνεται από τον ίδιο, σε επιστολή του, όπου σημειώνει χαρακτηριστικά: «Δια του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και δια του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρυπτώ ελειτούργουν». Είναι άγνωστη η πηγή έμπνευσης του Γύζη αλλά εικάζεται πως συνδέεται με τη γενέτειρά του, όπου ένα μικρό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας ήταν γνωστό, προεπαναστατικά ακόμα, ως «Το Κρυφό Σχολειό». Κατά τον Αγγέλου η ύπαρξη κρυφού σχολείου στην Τήνο έρχεται σε αντίθεση με την ιστορική πραγματικότητα διότι το νησί περιήλθε υπό τουρκική κατοχή αρκετά αργότερα (1718), χωρίς όμως να αλλοιωθούν οι συνθήκες ζωής των κατοίκων και με σχεδόν καθολική απουσία των Τούρκων από την περιοχή.[3] Ο Χρονόπουλος σημειώνει τα λάθη του Αγγέλου υπενθυμίζοντας ότι η κατάκτηση της Τήνου έγινε το 1715, υπήρχαν στο νησί ιεροδικαστής και άλλες οθωμανικές αρχές, και ότι τουλάχιστον μέχρι το 1750 οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δυσμενείς για τους χριστιανούς, αφού οι Τούρκοι έδειχναν "σκληρότητα, ανήθικη συμπεριφορά των Τούρκων στρατιωτών προς τις Τηνιακές οικογένειες, και τυραννική διαγωγή των Τούρκων υπαλλήλων και προ παντός του δικαστή". Στην περίοδο τοποθετείται και η ίδρυση της Μονής Αγ. Τριάδος.[52]

Πολλοί ακόμα χώροι φέρουν το τοπωνύμιο του Κρυφού Σχολείου, γεγονός που χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τη λειτουργία κρυφών σχολείων στις περιοχές αυτές. Φέρεται, μεταξύ των άλλων, να έχουν λειτουργήσει σαν χώρος διδασκαλίας στην Ιερά Μονή Φιλοσόφου της Δημητσάνης, στη Μονή Στρατηγοπούλου ή Μονή Ντίλιου στο νησί των Ιωαννίνων, σε σπήλαιο της Ίου,[αναφ. 20] στη Βέργοια Λακωνίας,[53] στην Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας της Φωκίδας,[54] καθώς και στις μονές Φιλανθροπηνών στα Γιάννενα και Αγίας Τριάδας στην Τήνο.[55] Πρόκειται συνήθως για χώρους που ομοιάζουν με μικρές κατακόμβες και οι σχετικές μαρτυρίες στηρίζονται μόνο στην προφορική παράδοση χωρίς οποιαδήποτε χρονολογική ένδειξη για την πρώτη εμφάνιση του τοπωνυμίου.[55] Ως ένδειξη λειτουργίας κρυφής εκπαίδευσης στη Μονή Φιλοσόφου θεωρείται η μαρτυρία του Ευθ. Καστόρχη (1847) ότι από τη Δημητσάνα προήλθαν αρχκετοί μορφωμένοι αρχιερείς, που έφτασαν μέχρι το αξίωμα του πατριάρχη Ιεροσολύμων και Κων/πόλεως, πολύ πριν συσταθεί εκεί σχολείο.[56]

Μελετώντας το χρόνο εμφάνισης των τοπωνυμίων αυτών, ο ιστορικός Παναγιώτης Στάθης έχει καταλήξει ότι μόλις οκτώ απαντώνταν τη δεκαετία του 1960, εκ των οποίων τρία προπολεμικά, ενώ ξεκινούν να αυξάνονται κατακόρυφα τη δεκαετία του 1970, φτάνοντας τα 102 σήμερα.[57]

Παράλληλα κομίζονται διαφορετικές μαρτυρίες από τη δημοτική παράδοση περί ‘’φανερών σχολειών’’

Μικρός μικρός στα γράμματα, μικρός και στο Ψαλτήρι

Κι ο δάσκαλος το σχόλαζε να πάη να γιοματιση
Στο δρόμον οπού πήγαινε το Θεό παρακαλούσε
Θέ μου, να βρω τη μάνα μου μαζί με τον πατέρα
………………………………………………………………………………….. Γυναίκα που ν ο Κωνσταντής και που ναι το παιδί μας ;
Τα έλουσα το χτένισα και στο σχολειό το πήγα.
Ζεγγιά βαρεί του μαύρου του στο δάσκαλο πηγαίνει
Δάσκαλε, που ν’ ο Κωνσταντής και που ‘ναι το παιδί μου;

Τρεις μέρες έχω να το δω και τρεις να το διαβάσω.
— Passow Carmina, σελ.343-344, ‘’Η άπιστος γυναικα’’

Ο Νικόλαος Τωμαδάκης σχολιάζει χαρακτηριστικά, « Εις το δημώδες αυτό άσμα υπάρχει σχολείον, δάσκαλος που διαβάζει τα παιδιά και από μικρά τα βάζει στα γράμματα και στο Ψαλτήρι (χωρίς να είναι ιερωμένος). Τα παιδιά πηγαίνουν μέρα και σχολάζουν για να πάνε στο σπίτι τους να γευματίσουν.».[58]

Σύγχρονοι και παλαιότεροι μελετητές περί του κρυφού σχολειού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τις βάσεις για την θεώρηση του κρυφού σχολείου ως μύθου έθεσαν με το έργο τους ο Φαμαριώτης λόγιος Μανουήλ Γεδεών το 1939, ο ιστορικός Γιάννης Βλαχογιάννης το 1945 και ο Γιάννης Κορδάτος το 1956. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Απ. Διαμαντής, τα βασικά επιχειρήματα του Άλκη Αγγέλου είναι δύο φράσεις, μια από τον Βλαχογιάννη και μία από τον Γεδεών. Ο ίδιος θεωρεί ότι ο Βλαχογιάννης κάνει λάθος στο ότι οι Τούρκοι δεν απαγόρευσαν ποτέ τα σχολεία, αναφέροντας κάποια παραδείγματα υπέρ του αντιθέτου. Για τον Γεδεών σημειώνει ότι αυτός είναι εκπρόσωπος ενός οθωμανικού θεσμού, του Πατριαρχείου, και επομένως δεν μπορεί να είναι αντικειμενικός. Ωστόσο, ο Διαμαντής σημειώνει την "κρίσιμη αναιρετική φράση, προς χρήσιν των ευφυών φιλιστόρων" του Γεδεών, ότι οι Τούρκοι δεν εμπόδισαν τη σύσταση σχολείων "εν ομαλή καταστάσει". Θεωρεί ο Διαμαντής ότι η οθωμανική κατάκτηση δεν ήταν μια "ομαλή κατάσταση" και αναφέρει το παράδειγμα της καταστροφής του πρώτου πατριαρχικού τυπογραφείου από τους γενιτσάρους το 1628.[59] Άλλη έρευνα για τον Μ. Γεδεών, διαπιστώνει ότι αυτός έκανε επιλεκτική και ελλειπή μεταφορά των πηγών με σκοπό να μη θίξει τις τότε καλές σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία. Δηλαδή από τις δημοσιεύσεις του απέκρυπτε φράσεις που μπορεί να ενοχλούσαν την Τουρκία.[60]

Ο Λίνος Πολίτης ήταν ο πρώτος ακαδημαϊκός που επίσης αρνήθηκε το κρυφό σχολείο ως μύθο το 1957, για να ακολουθήσουν μεταγενέστερα ο Άλκης Αγγέλου και ο Δημήτριος Πάλλας το 1974.[57] Ο Αγγέλου καταλήγει στο συμπέρασμα πως από το πλήθος των μαρτυριών καθ´όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας δεν διασώζεται καμία αναφορά στην ύπαρξη κρυφών σχολείων, ούτε μνημονεύεται ως στοιχείο της προφορικής παράδοσης.[61] Ο Βλαχογιάννης, στη Νέα Εστία, σημειώνει την απουσία ιστορικών μαρτυριών που να βεβαιώνουν την ύπαρξη κρυφού σχολείου.[αναφ. 21] Την απουσία ιστορικής απόδειξης περί της ύπαρξης του κρυφού σχολείου δέχεται[σημ. 11] επίσης ο ιστορικός Τάσος Γριτσόπουλος, αλλά πιστεύει ότι τα περί κρυφού σχολείου απηχούν μια πραγματικότητα[σημ. 9] και απορρίπτει απόψεις ιστορικών που αρνούνται την ύπαρξή του όπως ο Αγγέλου.

Στη σύγχρονη ιστοριογραφία έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι μαρτυρίες για κρυφά σχολειά, που πλήθαιναν συνεχώς μετά την επανάσταση[64], στερούνται ιστορικής αξίας, ως πολύ μεταγενέστερες της εποχής στην οποία υποτίθεται ότι αναφέρονται (και η οποία τοποθετείται στα πρώτα εκατό και πλέον χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης) και πως δημιουργήθηκαν μέσα στο κλίμα της εθνικής σκοπιμότητας που καλλιεργήθηκε κατά την Επανάσταση του '21. Κατά τον Αγγέλου, το Κρυφό Σχολειό σχηματοποιήθηκε στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση κατά τα μεταπελευθερωτικά χρόνια. Σύμφωνα με την άποψη περί μύθου, στα μετεπαναστατικά χρόνια, η μυθοποίηση ήταν εύκολη, καθώς αυτό το κλίμα παρέσυρε αρκετούς ιστορικούς, με τη συνδρομή και της τέχνης του λόγου (όπως το ποίημα του Πολέμη) και των εικαστικών τεχνών (ο πίνακας του Γύζη).[65] Ο θρύλος που ξεκίνησε να διαμορφώνεται σταδιακά, γνώρισε εν τέλει μεγάλη δημοτικότητα χάρη στο κλίμα του ενθουσιασμού και της εθνικής εξάρσεως, που χαρακτηρίζει το 19ο αιώνα,[11] εναρμονισμένος με τα στοιχεία που συνέθεταν το πνευματικό κλίμα της εποχής και περνώντας κυρίως μέσα από το ρητορικό λόγο, αλλά σχεδόν καθόλου από το φυσικό του χώρο, δηλαδή την ιστορία της εκπαίδευσης.[66] Ο θρύλος του Κρυφού Σχολείου καλύπτει συνήθως την περίοδο από την άλωση έως τον 17ο αιώνα. Με δεδομένη την επιβράδυνση που προκάλεσε η τουρκική κατάκτηση στην παιδεία, εικάζεται ότι μεμονωμένες προσπάθειες για κάποια εκπαιδευτική κίνηση θα ήταν τόσο αδύναμες ώστε τελικά να αφήσουν ελάχιστα ίχνη της παρουσίας τους.[67]

Κατά τον καθηγητή Θ. Βερέμη υπήρχε Κρυφό Σχολειό σε περιόδους έντονου εξισλαμισμού, όπως π.χ. στην Ήπειρο την εποχή του Κοσμά του Αιτωλού.[68] Επίσης στους υποστηρικτές της άποψης του μύθου αντιτείνεται από άλλους ιστορικούς ότι παρ'ότι η κεντρική οθωμανική διοίκηση δεν απαγόρευε την παιδεία, υπήρξαν κατά τόπους και κατά επιμέρους εποχές φαινόμενα σκλήρυνσης της στάσης των κατακτητών απέναντι στους ραγιάδες, (όπως π.χ. η περίπτωση των φανατικών γαιοκτημόνων Ντερεμπέηδων του Πόντου, που ήταν υπεύθυνοι για τους βίαιους μαζικούς εξισλαμισμούς του 17ου αιώνα). Τότε ήταν που υπήρξαν και τα αντίστοιχα φαινόμενα αυτού που σχηματικά αποκαλούμε Κρυφό Σχολειό, της απόπειρας δηλαδή μέσα σε καιρούς κρίσης και διωγμών να διασωθεί η ελληνική γλώσσα.[69]

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το κρυφό σχολείο αποτέλεσε προνομιακό στόχο μιας σχολής δυτικής ιστορικής και κοινωνιολογικής σκέψης η οποία επιχειρεί την αποσύνθεση των εθνικών ταυτοτήτων μέσω της αποσύνθεσης των εθνικών «αφηγήσεων», ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα έθνη της περιφέρειας, επισημαίνοντας ξανά τον προηγούμενο συσχετισμό του θέματος «κρυφό σχολειό» με την επιχειρούμενη «απονομιμοποίηση» και άλλων θεμάτων της ιστορίας, όπως η κλεφτουριά και οι αγώνες των Σουλιωτών.[σημ. 13] Ένας από τους σύγχρονους συγγραφείς που υποστηρίζουν την μή ύπαρξη του κρυφού σχολειού (Πολίτης Αλ.) έχει κριθεί με καυστικό τρόπο ως αναξιόπιστος από άλλον ακαδημαϊκό (Κοντογιώργης Γ., 2012).[70] Κατά άλλη άποψη, το ερώτημα περί ύπαρξης ή μη του Κρυφού Σχολειού είναι ένα σχολαστικό και όχι ιστορικό ερώτημα μιας ξεπερασμένης ιστοριογραφικής άποψης. Το ζήτημα θεωρείται "ιστοριογραφικά μάλλον ασήμαντο" και τα επιχειρήματα κατά του Κρυφού Σχολείου "αφελή".[71]

Κατά τον ιστορικό Απόστολο Διαμαντή η άρνηση του κρυφού σχολείου προέρχεται από μια μερίδα ιστορικών που χρησιμοποιούν την ιστορία ως πολιτικό εργαλείο. Αυτή η ιστοριογραφική παράταξη επιτέθηκε μαζικά «εναντίον ενός ποιήματος και μιας ζωγραφιάς», επιδιώκοντας την εξαφάνιση από την ιστορική συνείδηση της έννοιας του κρυφού σχολείου που διασώζει η προφορική παράδοση και η τέχνη. Ο Διαμαντής παραθέτει αναφορές για τις διώξεις κατά της θρησκείας και της παιδείας που κατ'αυτόν συνδέονται άρρηκτα. Ως παράδειγμα κρυφού σχολείου θεωρεί και τη Σχολή Μηλεών Πηλίου αφού για τη λειτουργία της χρειαζόταν ειδική προστασία.[72]

Η Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, βυζαντινολόγος και ιστορικός, θεωρεί με τη σειρά της το κρυφό σχολείο μύθο καλλιεργημένο από την Εκκλησία, όπως μύθο θεωρεί και ότι η Ελλάδα σώθηκε από τα μοναστήρια.[73]

Αναφορές στο κρυφό σχολειό σε ελληνικά σχολικά βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε σχολικά βιβλία του 20ού αιώνα διδασκόταν, με διάφορες εκδοχές για τη χρονική περίοδο και πάντα συνυφασμένη με το κρυφό σχολειό, η ανυπαρξία της επίσημης εκπαίδευσης των Ελλήνων και η απαγόρευσή της από την τουρκική ηγεσία:[74]

  • Σε σχολικό βιβλίο το 1946 αναφέρεται πως σχολεία εκτός της Πατριαρχικής Ακαδημίας διατηρούνταν μόνο όπου δεν είχαν επίβλεψη οι τουρκικές αρχές, σε μοναστήρια και νάρθηκες εκκλησιών, τα οποία και ονοματίζει ως κρυφά σχολεία. Όλο αυτό αφήνεται να φανεί ως μια κατάσταση που διαιωνίζεται ως το τέλος του 17ου αιώνα. Τα κρυφά σχολεία περιγράφονται ως φτωχά σε ότι αφορά τον πλούτο της γνώσης που μετέδιδαν, περιοριζόμενα στα εκκλησιαστικά γράμματα, αλλά αξιόλογα στο ότι διατηρούσαν ζωντανή την έχθρα προς ένα τυραννικό καθεστώς και δίδασκαν στους νέους την καταγωγή και την ιστορία τους. Τα βιβλία σημειώνουν πως συνέβη πραγματική πρόοδος στην παιδεία μόλις τον 18ο αιώνα:

Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ μετὰ τὴν ῞Αλωσιν οὐδέποτε ἔπαυσε νὰ λειτουργῇ τὸ ἑλληνικὸν Πατριαρχικὸν σχολεῖον, ἡ Πατριαρχικὴ ᾽Ακαδημία , ὅπως ὠνομάζετο, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συνέχεια τοῦ Πανδιδακτηρίου καὶ τοῦ περιφήμου Πανεπιστημίου τῆς Μαγναύρας.᾽Αλλ’ εἰς τὸ σχολεῖον τοῦτο δὲν εἰσέδυσε τὸ φῶς τῆς νεωτέρας ἐπιστήμης καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ πολὺ ἔμεινε καθυστερημένον, διότι δὲν κατώρθωσε νὰ παρακολουθήσῃ τὴν κίνησιν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς χρόνους αὐτοὺς εἶχεν ἀναπτυχθῆ πολὺ εἰς τὰ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμας. ῾Η παιδεία ἀφ’ ἑτέρου περιωρίσθη μόνον εἰς τὸν κλῆρον καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα, σχολεῖα δὲ ἑκτὸς τῆς ᾽Ακαδημίας διετηροῦντο μόνον μακρὰν τοῦ βλέμματος τῆς ἀρχῆς, εἰς μοναστήρια ἢ εἰς τοὺς νάρθηκας τῶν ἐκκλησιῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ περίφημα κρυφὰ σχολεῖα , τὰ ὁποῖα δὲν διεκρίθησαν βεβαίως διὰ τὸν πλοῦτον τῶν γνώσεων, ἀλλὰ ἐξυπηρέτησαν ἀξιόλογα τὸ ἔθνος, διότι διετήρησαν ἄσβεστον τὸ μῖσος κατὰ τοῦ τυράννου καὶ ἐδίδαξαν εἰς τοὺς μικροὺς ἑλληνόπαιδας τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν ἱστορίαν των.
Πραγματικὴ πρόοδος τῆς ἑλληνικῆς παιδείας ἔγινε κυρίως τὸν 18ον αἰῶνα. Κατ’ αὐτὸν ἡ παιδεία ἤρχισε νὰ γίνεται κοσμικοτέρα, δηλαδὴ νὰ περιλαμβάνῃ χρησίμους διὰ τὴν ζωὴν γνώσεις, διότι ἡ τάξις τῶν ἐμπόρων ἐζήτει πρακτικωτέραν μόρφωσιν. Διὰ τοῦτο ἐδημιουργήθησαν σχολεῖα εἰς πολλὰ μέρη. Περὶ τὸ τέλος τοῦ 17ου αἰῶνος ἀνεκαινίσθη ἡ Πατριαρχικὴ Σχολὴ τοῦ Φαναρίου, ἡ ὁποία, διατελοῦσα ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ κλήρου, ἀπέκτησε μεγάλην ὑπόληψιν καὶ κατὰ τὸ παράδειγμα αὐτῆς ἱδρύθησαν τὸν 18ον αἰῶνα σχολεῖα εἰς Πάτμον, Ἰωάννινα, Λάρισαν, Θεσσαλονίκην, Τύρναβον, ᾽Αδριανούπολιν κ.ἀ.

Αναστάσιος Λαζάρου (1946). «Ανάπτυξις της ελληνικής παιδείας τον 18ον αιώνα». Ιστορία των νέων χρόνων - ελληνική και ευρωπαϊκή (1453-1821) Β' Λυκείου. ΟΕΣΒ, σελ. 219-220. http://www.oedb.gr:8080/pdf/book81_original.pdf. 
  • Το σχολικό βιβλίο που εκδόθηκε το 1951 στα ελληνικά στη Βουλγαρία για εκπαίδευση των παιδιών που είχαν αποσταλεί στις Ανατολικές Χώρες,[σημ. 14] γραμμένο από κομμουνιστές ιστοριογράφους, δεν περιείχε αναφορές στο Κρυφό Σχολειό. Στο σχολικό βιβλίο που εκδόθηκε το 1963 στα ελληνικά στη Βαρσοβία για τον ίδιο σκοπό[σημ. 15], υπάρχει αναφορά στο κρυφό σχολειό και στο ποίημα «φεγγαράκι μου λαμπρό», έχοντας τον πίνακα του Γύζη ως εικονογράφηση, κάτι που πιθανόν ως ένα βαθμό μπορεί να συνδέεται και με το αίτημα των εξόριστων κομμουνιστών για παλλινόστηση και την αγωνιώδη προσπάθειά τους να αποδείξουν ότι «έμειναν Έλληνες»[75]:

Αυτήν ακριβώς την κατάσταση καθρεφτίζει η παράδοση για το κρυφό σχολειό, που έφτασε ως τις μέρες μας. Τα παιδιά των ραγιάδων διψούσαν για μάθηση. Όμως οι καταχτητές, στα πρώτα χρόνια ύστερα από το πάρσιμο της Πόλης, δεν επιτρέπανε να λειτουργούν σχολειά. Γι’ αυτό οι γονείς, συνεννοούνταν με κανένα καλόγηρο ή παπά για να μαθαίνει στα παιδιά τους λίγα κολυβογράμματα στα κρυφά. Μόλις νύχτωνε, λοιπόν, κι έβγαινε το φεγγάρι, ένα – ένα τα παιδιά ξεπορτίζανε και τραβούσαν για το "κρυφό σχολειό”, που ήταν συνήθως σε κάποια εκκλησία ή παρεκκλήσι. Η ανάμνηση του "κρυφού σχολειού” διατηρήθηκε στο παρακάτω ποίημα : Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό, να μαθαίνω γράμματα, πράγματα, σπουδάγματα… Φυσικά, μια και οι δάσκαλοι αυτών των σχολειών ήταν μισογραμματισμένοι κληρικοί, που ξέραν μόνο τα εκκλησιαστικά βιβλία, ανάλογα ήταν και τα γράμματα που μάθαιναν οι μαθητές […]Τα κρυφά σχολειά κράτησαν ακοίμητη την ελπίδα στην καρδιά των ραγιάδων για την ανάσταση του γένους.

— Ζωίδης Γιώργης, Ιστορία της Ελλάδας, Νέοι Χρόνοι, Βιβλίο Πρώτο, Τουρκοκρατία, Επανάσταση του 1821, για τη Μέση Παιδεία, Panstwowoe Zaklady Wydawnictw Szkolnych, Warszawa 1963.
  • Το 1966 στο σχολικό βιβλίο Γυμνασίου αναφέρεται σαφώς απαγόρευση, και μάλιστα με «μίσος» έναντι του Ελληνισμού, από την κεντρική ηγεσία των Τούρκων, της εκπαίδευσης των Ελλήνων για 100 και πλέον χρόνια από την υποδούλωσή τους, ως την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Αναφέρεται πως εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν διδάσκαλοι και πως τα σχολεία ήταν κρυφά, με αποτέλεσμα το πνευματικό σκότος και την αμάθεια των Ελλήνων. Πιο γενικά, το βιβλίο αναφέρει πως όταν οι Τούρκοι απαγόρευαν την εκπαίδευση, τα κελιά των μοναστηριών και οι νάρθηκες των ναών μεταβάλλονταν σε κρυφά σχολεία, όπου οι νέοι διδάσκονταν και παράλληλα τροφοδοτούνταν με την ελπίδα της «Αναστάσεως του Γένους» και τη «Μεγάλη Ιδέα»:

῞Οταν ἡ ἑλληνικὴ ἐκπαίδευσις ἀπηγορεύετο ἀπὸ τοὺς Τούρκους, τὰ κελλιὰ τῶν μοναστηρίων καὶ οἱ νάρθηκες τῶν ναῶν εἶχον μεταβληθῆ εἰς κρυφὰ σχολεῖα, ὅπου οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ ἱερεῖς ἀνέλαβον τὴν διδασκαλίαν τῶν νέων καὶ τοὺς ἐτροφοδότουν τὴν ἐλπίδα τῆς ᾽Αναστάσεως τοῦ Γένους μὲ τὴν Μεγάλην ᾽Ιδέαν.

Εἰς τὴν κατεχομένην ῾Ελλάδα, ἕνεκα τοῦ μίσους τῶν πρώτων σουλτάνων ἀπέναντι τοῦ ῾Ελληνισμοῦ καὶ λόγῳ τῆς φυγῆς εἰς τὴν Εὐρώπην πολλῶν μορφωμένων, ἐπικρατεῖ πνευματικὸν σκότος καὶ ἀμάθεια. ᾽Επὶ 100 καὶ πλέον χρόνια ἀπηγορεύετο εἰς τοὺς ραγιάδες νὰ ἐκπαιδεύσουν τὰ τέκνα των˙ διδάσκαλοι δὲν ὑπῆρχον καὶ τὰ σχολεῖα ἦσαν κρυφά.

῾Η ἀνάπτυξις τῆς παιδείας καὶ τῶν γραμμάτων ἀρχίζει μὲ τὰς ἐλευθερίας ποὺ παρεχωρήθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σουλεϊμὰν τοῦ Μεγαλοπρεποῦς.
Α. Ματαράση και Σ. Παπασταματίου (1966). «Ο Ελληνισμός μέχρι του 17ου αιώνος». Ιστορία των νεωτέρων και των νεωτάτων χρόνων Γ' Γυμνασίου. ΟΕΔΒ, σελ. 71, 73. http://www.oedb.gr:8080/pdf/book7_original.pdf. 
  • Το 1967 στο σχολικό βιβλίο Λυκείου αναφέρεται ότι οι υπόδουλοι στερήθηκαν επί 200 χρόνια την εκπαίδευση, ενώ από τον ΙΖ' (17ο) αιώνα η επιεικέστερη πολιτική των Τούρκων και η οικονομική ακμή της Ελληνικής κοινότητας στη Βενετία επέτρεψαν την ίδρυση σχολών σε διάφορες πόλεις των υπόδουλων ελληνικών χωρών:

Εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, τὴν κατεχομένην ὑπὸ τῶν Τούρκων, αἱ φοβεραὶ ἀνωμαλίαι καὶ καταστροφαὶ τῆς ΙΕ΄ καὶ ΙΣΤ΄ ἑκατονταετηρίδος δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἵδρυσιν σχολείων, ὥστε οἱ ὑπόδουλοι ἐστερήθησαν ἐπὶ 200 περίπου ἔτη πάσης παιδεύσεως. Περὶ τὰ τέλη τῆς ΙΣΤ΄ ἑκατονταετηρίδος ὁ Πατριἀρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Β΄ συνιστᾷ εἰς τὴν Σύνοδον τοῦ 1593 νὰ μεριμνήσωσιν οἱ Ἐπίσκοποι διὰ τὴν ἵδρυσιν σχολείων εἰς τὰς περιφερείας των. Διδάσκαλοι ὅμως δὲν ὑπῆρχον, οἱ δὲ κληρικοὶ, τῶν κατωτέρων ἱερατικῶν βαθμῶν μάλιστα, ἦσαν καὶ αὐτοὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπαίδευτοι.

Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ΙΖ΄ ἑκατονταετηρίδος τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Ἐπιεικεστέρα κάπως πολιτικὴ τῶν Τούρκων καὶ οἰκονομικὴ ἀκμὴ τῆς ἐν Ἑνετίᾳ Ἑλληνικῆς Κοινότητος ἐπέτρεψαν τὴν ἵδρυσιν σχολῶν εἰς διαφόρους πόλεις τῶν ὑποδούλων ἐλληνικῶν χωρῶν.

...

Πλησίον τῶν ἐκκλησιῶν εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς κωμοπόλεις, ἢ τῶν μητροπολιτικῶν μεγάρων εἰς τὰς πόλεις, ἐλειτούργουν σχολεῖα, μικρὰ ἢ μεγάλα. Ἐδιδάσκετο συνήθως εἰς αὐτὰ ἡ Ὀκτώηχος, ὁ Απόστολος, τὸ Ψαλτήριον καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἱερὰ βιβλία. Ὅπου δὲν ἐλειτούργουν σχολεῖα οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ μοναχοὶ ἐκάλουν τοὺς ἑλληνόπαιδας εἰς τοὺς νάρθηκας τῶν ναῶν καὶ τοὺς ἐδίδασκον τὰ πρῶτα γράμματα.
— Βασίλειος Ε. Πετρούνιας, 1967, Εκκλησιαστική Ιστορία, Πρώτη Λυκείου, ΟΕΔΒ
  • Το 1969 το σχολικό βιβλίο του Δημοτικού αναφέρει ότι επί δύο αιώνες από την Άλωση οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν σχολεία στους Έλληνες και πως είχε επέλθει σκότος αμάθειας από τα σχολεία που έκλεισαν και τους λίγους εγγράμματους που απέμειναν από την καταδίωξη ή φυγή των πνευματικών ανθρώπων κατά τους πρώτους χρόνους από την υποδούλωση. Αναφέρεται πως οι Έλληνες έστελναν κρυφά τα παιδιά τους σε ιερείς, μοναχούς ή και «λαϊκούς εγγράμματους» για να διδαχθούν, πως συνήθως πήγαιναν στα κρυφά σχολεία τη νύχτα και γίνεται σύνδεση με το δημοτικό τραγούδι «φεγγαράκι μου λαμπρό». Αποδίδεται με έμφαση, πέραν της διδαχής των γραμμάτων στα κρυφά σχολεία, η καλλιέργεια της αγάπης για τη θρησκεία, την πατρίδα και την ελευθερία και η τόνωση του θάρρους και της ελπίδας. Μαζί με τους Διδάσκαλους του Γένους αναφέρεται πως τα κρυφά σχολεία είχαν τον ρόλο της διατήρησης της εθνικής συνείδησης, της χριστιανικής πίστης και της φλόγας και του πόθου για εθνική ελευθερία.

    Τὰ κρυφὰ σχολεῖα . Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κων/πὸλεως οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ σπουδαιότεροι λόγιοι κατεδιώχθησαν, ἐφόνεύθησαν ἤ ἔφυγον πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν. Τὰ σχολεῖα ἔκλεισαν καὶ αἱ βιβλιοθῆκαι κατεστράφησαν. Τὸ σκότος τῆς δουλείας καὶ τῆς ἀμαθείας ἐκάλυψε τὴν χώραν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς σοφίας.
    Ἔπὶ δύο αἰῶνας οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐπέτρεπον εἰς τοὺς Ἕλληνας νὰ ἔχουν σχολεῖα. Τὰ γράμματα ἔμειναν ὀπίσω. Μορφωμένοι πλέον ἐθεωροῦντο οἱ ὀλίγοι κληρικοί. Οἱ Τοῦρκοι ἤλπιζον, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ Ἕλληνες θὰ ἐλησμόνουν τὴν καταγωγήν των, τὴν ἐθνικότητα καὶ τὴν ἱστορίαν των. Ὅτι τελικῶς θὰ ἐξισλαμίζοντο καὶ θὰ ἀφωμοιοῦντο μὲ αὐτούς.
    Οἱ Ἕλληνες ὅμως ἐγνώριζον τὴ ν ἀξίαν τῶν γραμμάτων, Ἔστελλον λοιπὸν κρυφίως τὰ τέκνα των εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ μοναχοὺς ἤ εἰς μερικοὺς λαϊκοὺς ἐγγραμμάτους, διὰ νὰ μάθουν ὀλίγα γράμματα. Τὰ μικρὰ Ἑλληνόπουλα ἐπὴγαιναν συνήθως κατὰ τὰς μακράς νύκτας τοῦ χειμῶνος εἰς τὰ κρυφὰ σχολεῖα των. Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ τὸ γνωστὸν δημοτικὸν τραγούδι :
    Φεγγαράκι μου λαμπρό,
    φέγγε μου νὰ περπατῶ,
    νὰ πηγαίνω στὸ σχολειό...
    Ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὸ «φοβισμένο φῶς τοῦ καντηλιοῦ», εἰς τοὺς νάρθηκας τῶν ἐκκλησιῶν, ἐμάνθανον ὀλίγην ἀνάγνωσιν καὶ γραφήν, ὀλίγην ἀριθμητικὴν καὶ πολλὰ ἐκκλησιαστικὰ τροπάρια. Πρὸ παντὸς ὅμως οἱ πρόχειροι ἐκεῖνοι διδάσκαλοι ἤθελαν νὰ καλλιεργήσουν εἰς τὰς ψυχάς τῶν μικρῶν ἑλληνοπαίδων τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν θρησκείαν, τὴν πατρίδα καὶ τὴν ἐλευθερίαν. Ἤθελον νὰ τονώσουν τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα των :
    - Μὴ σκιάζεστε στὰ σκὁτη ! Ἡ ἐλευθεριὰ
    σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι
    τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρῃ...
    Περίληψις . Τὰ κρυφὰ σχολεῖα καὶ οἱ διδάσκαλοι τοῦ Γένους διετήρησαν ἀναλλοίωτον τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ τὴν χριστιανικὴν πίστιν τῶν ὑποδούλων Ἑλλὴνων, ἐκράτησαν δέ ἄσβεστον τὴν φλόγα καὶ τὸν πόθον τῆς ἐθνικῆς μας ἐλευθερίας.

    Κων/νος Σακκαδάκης (1969). «Αι πνευματικαί δυνάμεις του Ελληνισμού». Ελληνική Ιστορία των νεωτέρων χρόνων (έκτη δημοτικού). ΟΕΔΒ, σελ. 30, 33. http://www.oedb.gr:8080/pdf/book23_original.pdf. 
  • Το 1974, το σχολικό βιβλίο του Δημοτικού έγραφε ότι μόλις κυρίευσαν την Ελλάδα οι Τούρκοι έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και απαγόρευσαν στους Έλληνες να μαθαίνουν γράμματα, ενώ αφού πέρασαν οι δυο πρώτοι αιώνες σκλαβιάς, επιφανείς και πλούσιοι Έλληνες κατόρθωσαν να πείσουν με υποσχέσεις και με χρήματα το Σουλτάνο να επιτρέψει την ίδρυση μερικών σχολείων. Τα κρυφά σχολειά περιγράφονται να λειτουργούν κατά τη νύχτα, με φόβο, και να διδάσκουν στοιχεία της χριστιανικής θρησκείας και της εθνικής ιστορίας των Ελλήνων. Σε αυτά αποδίδεται πρώτιστα (αναφέρονται χωριστά, πριν τους μεγάλους διδάσκαλους του Γένους) μεγάλη υπηρεσία προς το Ελληνικό Γένος.

    α) Τὰ κρυφά σχολειά. Μόλις κυρίευσαν τὴν ῾Ελλάδα οἱ Τοῦρκοι, ἔκλεισαν τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ ἀπαγόρευσαν στοὺς ῞Ελληνες νὰ μαθαίνουν γράμματα. Πίστευαν ὅτι οἱ ῞Ελληνες μὲ τὸν καιρὸ θὰ λησμονοῦσαν τὴ γλώσσα τους καὶ τὴν ἱστορία τους καὶ σιγὰ σιγὰ θὰ γίνονταν Μωαμεθανοί. Γι’ αὐτὸ καταδίωκαν καὶ τιμωροῦσαν πολὺ αὐστηρὰ ὅσους ἀνακάλυπταν νὰ μαθαίνουν γράμματα. Ὅμως οὔτε οἱ ἀπαγορεύσεις, οὔτε ὁ κίνδυνος τῆς σκληρῆς τιμωρίας μπόρεσαν νά σβήσουν τὴ δίψα τῶν σκλαβωμένων Ἑλλήνων γιὰ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα. Στὶς ἐκκλησίες καὶ στὰ Μοναστήρια εὐλαβεῖς καὶ θαρραλέοι μοναχοὶ καὶ ἱερεῖς μάζευαν κρυφὰ τὶς νύχτες τὰ παιδιὰ τῶν σκλάβων καὶ κάτω ἀπὸ τὸ ἀδύνατο φῶς τοῦ καντηλιοῦ τὰ μάθαιναν τὴν ἀνάγνωση καὶ τὴ γραφὴ καὶ τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς χριστιανικῆς θρησκείας καὶ τῆς ᾽Εθνικῆς Ἱστορίας. Τὰ σχολειὰ αὐτὰ ὀνομάστηκαν κρυφὰ σχολειὰ καὶ πρόσφεραν μεγάλη ὑπηρεσία στὸ Γένος, γιατὶ βοήθησαν νὰ διατηρηθῆ ἄσβεστη ἡ χριστιανικὴ πίστη στὶς καρδιές τῶν σκλαβωμένων ῾Ελλήνων στοὺς δύο πρώτους σκοτεινοὺς αἰῶνες τῆς δουλείας.
    β) Οἱ διάφορες ἑλληνικὲς σχολές . Ἀφοῦ πέρασαν οἱ δύο πρῶτοι αἰῶνες τῆς σκλαβιᾶς, διάφοροι ἐπιφανεῖς καὶ πλούσιοι Ἕλληνες κατόρθωσαν νὰ πείσουν μὲ ὑποσχέσεις καὶ χρήματα τὸ Σουλτάνο νὰ ἐπιστρέψη τὴν ἵδρυση μερικῶν σχολείων. Τότε μερικές κοινὸτητες ἵδρυσαν μὲ κοινοτικὰ χρήματα σχολεῖα. Πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ μὲ τὸν καιρό προόδευσαν πολὺ καὶ ἔγιναν περίφημες σχολὲς ἑλληνοχριστιανικῆς Παιδείας. Τέτοιες σχολές ἦσαν τῆς Χίου, τῆς Δημητσιάνας, τῆς Πάτμου, τῆς Λάρισσας, τῆς Ἀδριανούπολης, τοῦ Τυρνάβου, τῆς Θεσσαλονίκης, τῶν Ἰωαννίνων καὶ ἡ περίφημη Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολὴ στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης καὶ ἡ Ἀθωνιάδα Σχολὴ.

    Γ. Καφεντζής (1974). «Η Παιδεία την εποχή της Τουρκοκρατίας». Ιστορία των νεωτέρων χρόνων (έκτη δημοτικού). ΟΕΔΒ, σελ. 20-21. http://www.oedb.gr:8080/pdf/book76_original.pdf. 
  • Το 1977, βιβλίο του τότε εξατάξιου Γυμνασίου αναφέρει το "κρυφό σχολείο" ως μύθο που δεν υπήρξε στην πραγματικότητα, αλλά και ότι η πραγματική πρόοδος της ελληνικής παιδείας συμβαίνει μετά τον 18ο αιώνα [σημ. 9]. Έκδοση της Αποστολικής Διακονίας για το Κρυφό Σχολειό, αναφέρει ότι με παρέμβαση της Ιεράς Συνόδου της Ελλάδος, ο από το 1977 υπουργός Παιδείας Ιωάννης Βαρβιτσιώτης έδωσε εντολή[σημ. 16] που αναφέρεται σε έγγραφο των Τµηµάτων ∆ηµοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως του ΚΕΜΕ προς αθηναϊκή εφηµερίδα της 21.5.1978, ώστε από τα υπό εκτύπωση τότε νέα σχολικά βιβλία να απαλειφθεί η φράση: «Σύµφωνα µε τα τελευταία πορίσµατα της ιστορικής επιστήµης το Κρυφό Σχολειό είναι ένας µύθος και δεν υπήρξε στην πραγµατικότητα», από τη σελ. 173 της υπό εκτύπωσης «Ιστορίας» της Γ’ Λυκείου.[76]
  • Στα βιβλία που διδάσκονται από το 1997 αναφέρεται ότι στα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς σκοτάδι αμάθειας σκέπασε τον ελληνισμό, ότι οι δάσκαλοι έφυγαν για τη Δύση, ενώ ο σκλαβωμένος λαός έμεινε χωρίς δασκάλους και σχολεία, ενώ το κρυφό σχολειό αναφέρεται ως θρύλος:

Οι δυσκολίες για μόρφωση στα χρόνια της σκλαβιάς τροφοδότησαν το θρύλο για το κρυφό σχολειό.

Στα Νεότερα Χρόνια, Ιστορία Γ' Δημοτικού[νεκρός σύνδεσμος], Διονύσιος Ακτύπης Αριστείδης Βελαλίδης Μαρία Καΐλα Θεόδωρος Κατσουλάκος Γιάννης Παπαγρηγορίου Κώστας Χωρεάνθης Αναθεώρηση (1997) Θεόδωρος Κατσουλάκος Αναστασία Κυρκίνη Μαρία Σταμοπούλου
  • Το σχολικό έτος 2006-2007 διδάχθηκε για πρώτη φορά στην Στ' Δημοτικού εγχειρίδιο Ιστορίας το οποίο παρέλειπε κάθε αναφορά στο κρυφό σχολειό. Το βιβλίο έκανε λόγο για ελεύθερη λειτουργία ελληνικών σχολείων στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Μετά από ένταση που προκλήθηκε για το περιεχόμενό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2007 αποφασίστηκε η απόσυρσή του από τη διδασκαλία.[77] Εκτιμάται ότι αυτό το βιβλίο προσπάθησε να παρουσιάσει τους Οθωμανούς ως πολιτισμένους και καλλιεργημένους και ότι ήταν μέρος μιας κυβερνητικής πολιτικής προσέγγισης προς την Τουρκία, καθώς και προσπάθειας "εκ των άνω" κατασκευής μιας νέας Ελληνικής εθνικής ταυτότητας μέσω της μαζικής εκπαίδευσης. Η αποτυχία αυτής της προσπάθειας ίσως υποδεικνύει ότι η σύγχρονη ελληνική ταυτότητα είναι βαθύτερη απ' όσο προτείνει η μοντερνιστική θεωρία περί του έθνους. Επίσης διαπιστώνεται ότι παρά τους ισχυρισμούς περί αντικειμενικότητας από μερικούς από τους συγγραφείς του (Ρεπούση, 2007), το βιβλίο επιδίωξε να περάσει τις ιδεολογικές αντιλήψεις των συγγραφέων για τα ιστορικά γεγονότα, οι οποίες ήταν κάποιες φορές παραπλανητικές.[78] Το βιβλίο σχολιάστηκε αρνητικά έως περιπαικτικά από μερικούς Έλληνες διανοούμενους και ιστορικούς.[79][80]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,01,11,2 Σχετικά, σύμφωνα με τον Τρ. Ευαγγελίδη[αναφ. 2]:
    • «... κυρίως κατά τους πρώτους μετά την άλωσιν χρόνους μέχρι του ΙΖ' αιώνος, ... εσβέσθησαν τα απανταχού του Βυζαντιακού Κράτους υπάρχοντα φυτώρια παιδείας και μόλις που διετηρήθησαν πνευματικά σπερμάτια, αναδίδοντα αμυδρόν φως εν ται Μοναίς, τοις νάρθηξι των Μητροπόλεων και αποκρύφοις τόποις υπό την αιγίδα της Μ. Εκκλησίας ...».[αναφ. 3]
    • «Οι χρόνοι ήσαν σκοτεινοί και ζοφεροί για το Γένος, η δε καλλιέργεια των γραμμάτων επικίνδυνον εγχείρημα και όμως, παρ' όλους τους απαγορευτικούς νόμους των Τούρκων, ... οι Έλληνες κρύφα και εν παραβύστω εκαλλιέργουν τας Μούσας».[αναφ. 4]
    • Σχολή Αδριανουπόλεως: «Οι μαθηταί διά τας καιρικάς περιστάσεις (ήτοι ανταρσίας) δεν προσήρχοντο και το σχολείον προσωρινώς ανέστελλε την λειτουργίαν του, …» [αναφ. 5]
    • Σχ. Καλλιπόλεως: «Η σχολή διετηρείτο μέχρι της εκκρήξεως της επαναστάσεως. Καθ’ όλην όμως την διάρκειαν αυτής, λόγω της θέσεως της πόλεως παρά τω Ελλησπόντω, εσχόλασε και ανασυνέστη το 1830[αναφ. 6]
    • Σχ. Φιλιππουπόλεως: « Η σχολή Φιλιππουπόλεως μετερρυθμίθη το 1820, αλλ’ εκραγείσης, μετ’ ού πολύ της Ελληνικής επαναστάσεως, εσχόλασεν ήνοιξεν όμως κατά το 1828 …» [αναφ. 7]
    • Σχ. Θεσσαλονίκης: «Τότε η σχολή, λόγω της επαναστάσεως της Χαλκιδικής και της καταλήψεως του Αγίου Όρους υπό των Τούρκων, πλείστα κακά υπ’ αυτών και των εν αυτή από του τέλους του ΙΕ και αρχών ΙΣΤ’ εξ Ισπανίας εκδιωχθέντων Εβραίων, οίτινες τα μέγιστα συνετέλεσαν εις την καταστροφήν της Ναούσης υπέστη. Τω 1828 αποκαταστάντων των πραγμάτων …» [αναφ. 8]
  2. «Πρό τινος καιρού είχαν συστηθή εν ταις πρωτευούσαις των Χανίων και της Ρεθύμνης δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία. Αν και η περί της συστάσεως αυτών άδεια ηγοράσθη διά αδράς δαπάνης, και η διδασκαλία ήτον η συνήθης, τα σχολεία ταύτα εθεωρήθησαν σχολεία αποστασίας και πολέμου, εκλείσθησαν μεσούντος του Μαρτίου, και οι διδάσκαλοι εφυλακίσθησαν».[αναφ. 9]
  3. «Χάρις εις την πλεονεξίαν των κατά τόπου κρατούντων, και εις τας συνετάς οικονομίας των εν Κωνσταντινουπόλει προυχόντων του γένους, δια των οποίων διετηρούντο τα πολυπαθή Σχολεία μας, παριστανόμενα πάντοτε εις τους Τούρκους (ότε δεν ηδύναντο να λανθάνωσιν) ως απλά διδασκαλεία της καθ' ημάς πίστεως και της εμπορίας. Και μεθ' όλα ταύτα ποσάκις εκινδύνευσαν! Το σχολείον της Κωνσταντινουπόλεως μετά τον θάνατον του γενναίου και αειμνήστου προστάτου και συνίστορος αυτού, Δημητρίου του Μουρούζη, ημελήθη διόλου μάλλον διά φόβον, παρά δι' άλλας ασυμφωνίας των Βυζαντινών. Το Σχολείον των Κυδωνιατών ολίγον έλειψε να κατασκαφή εκ θεμελίων, αν δεν εξηγόραζον τούτο δια πολλών χρημάτων και μυρίων εφευρέσεων ο τότε μέγας Διερμηνεύς, και η επιμέλεια του αοιδίμου της Εφέσου Μητροπολίτου Διονυσίου. Το Σχολείον της Σμύρνης εδιώκετο δια μόνον εν μεγάλον έγκλημα, ότι διδάσκει Μαθηματικήν και Φιλοσοφίαν, ήγουν (κατά την Τουρκικήν εξήγησιν) Τακτικήν και Αθεΐαν. Τοιουτοτρόπως η Τουρκική δυναστεία προστάζεται υπό της θρησκείας να μη θεωρή τους υπηκόους Έλληνας άλλως πως, ει μη ως άπιστα ανδράποδα, χρεωστούντα να διάγωσιν αείποτε μωρά και τυφλά και αμαθή.»[αναφ. 11]
  4. «Επειδή η εν Χίω ελληνική σχολή, ... υπεβλέπετο πάντοτε παρά της τουρκικής εξουσίας, διότι πάντοτε επιβουλευόμενοι διέβαλλον αυτήν, ως γυμνάσιον πολεμικόν, οι ξένοι, καθ' ών μόνη υπερέβαλλεν εκάστοτε η προς τους Τούρκους δωροδοκία των Χίων, ...»[αναφ. 12]
  5. «Οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία αυστηρότερα και από τας εκκλησίας. Τούτο και άλλαι συγχρόνως αιτίαι εβίαζαν τους Γραικούς να θεωρούν την θρησκείαν ουσιωδώς συνδεδεμένην με τα τα γράμματα και τα σχολεία, διά τούτο και εις μεγάλας και εις μικράς πόλεις επροσπαθούσαν με δόσιν χρημάτων, και με διαφόρους τρόπους να συστένουν κοινά σχολεία κρυφίως, ...»[αναφ. 13]
  6. «Πολλοί νέοι μας πτωχοί, εστερημένοι όλα τα αναγκαία, έτρεχαν πρόθυμοι εις όποιον σχολείον εμάνθαναν ότι είναι καλός δάσκαλος, κ' εκοπίαζαν σχεδόν υπέρ το μέτρον.» [αναφ. 14]
  7. «Οι διδάσκαλοι του Γένους άγρυπνοι, ακάματοι έσκαπτον εν κρυπτώ διά του αιχμηρού καλάμου των, μυστική υπόνομον, ήτις έπρεπε μίαν ημέραν να ανατινάξη τον πολυχρόνιον όγκον του Τουρκικού ζυγού. ... υπό τας αμυδράς ακτίνας νυκτερινής λυχνίας ο πτωχός διδάσκαλος ενεστάλαζεν εις την καρδίαν της ελληνικής νεολαίας τα ζωογόνα ρείθρα της αρχαίς μαθήσεως.» (Τρ. Ευαγγελίδης, σελ. 108)[αναφ. 2]
  8. «Εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό του οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων [...] Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και κατέτρεχον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσιν την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, είς εξ αυτών ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα και έδιδεν προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν. Και αμέσως εγένετο σιωπή. Διότι ουαί και εις διδάσκοντας και εις διδασκομένους εάν ο αγέρωχος διαβάτης ήκουε θόρυβον ή φωνάς μαρτυρούσας διδασκαλίαν. Ανέβαινε όλος θυμόν εις το επίτηδες ζοφούμενον σχολείον και εξυλοκόπει και τραυμάτιζε τον δάσκαλον και μιαν μιαν απέσπα τας τρίχας του δασκάλου εάν τύγχανε φέρων, ως σύνηθες τότε, πώγωνα».[αναφ. 15]
  9. 9,09,19,2 Σχετικά:
    • «Συζητήσιμος είναι η επιχειρηματολογία κατά της υπάρξεως και λειτουργίας Κρυφών Σχολείων του Α. Αγγέλου. Βασικώς ομιλεί δι' έλλειψιν μαρτυριών, χωρίς και να προσκομίζη αυτός τουλάχιστον μαρτυρίας δι´ όσα υποστηρίζει» (Γριτσόπουλος,[62] σελ. 41)
    • «Αυτός δεν είναι λόγος, δια να υποστηρίζη ένας σοβαρός άνθρωπος, ότι δεν υπήρξε Κρυφό Σχολειό, επειδή δεν μαρτυρείται. Δεν διετυπώθη κατηγορηματικώς από σοβαρούς μελετητάς ίδρυση, ονομασία και εις τακτόν χρόνον λειτουργία του Κρυφού Σχολειού. Συνάγεται εν τούτοις από εμμέσους ενδείξεις η λειτουργία του εις τα μοναστήρια και τους νάρθηκας των εκκλησιών.» (Γριτσόπουλος,[62] σελ. 42)
    • «Για πραγματική πρόοδο της ελληνικής παιδείας μπορεί να γίνει λόγος μόνο κατά τον ΙΗ' αιώνα. ... Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της ιστορικής επιστήμης το κρυφό Σχολειό είναι ένας μύθος και δεν υπήρξε στην πραγματικότητα.»[αναφ. 22][62][63]
  10. «Κανένα ελληνικό βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν επιτρεπόταν στα σχολεία. Όλα έπρεπε να έρχονται από την Κωνσταντινούπολη. Η Ελληνική ιστορία ήταν απαγορευμένη. Γι' αυτό παρέδιδαν επί πλέον μαθήματα κρυφά, και σ' αυτά, χωρίς βιβλία ή χαρτιά, ο μικρός Ηπειρώτης μάθαινε για την πατρίδα του, τον εθνικό της ύμνο, την ποίησή της και ιστορίες των ηρώων της. Οι μαθητές βαστούσαν στα χέρια τους τις ζωές των δασκάλων τους. Μια απρόσεκτη η προδοτική λέξη θα ήταν αρκετή.» (Έλληνες δάσκαλοι αναφέρουν στον Puaux [αναφ. 17])
  11. Σχετικά:
    • Τ.Α. Γριτσόπουλος, «Το Κρυφό Σχολειό», Παρνασσός Δ’ (1962), 66-90.
    • Τ.Α. Γριτσόπουλος, «Ολίγα περί Κρυφού Σχολειού και άλλα τινά», Μνημοσύνη Ε΄ (1973-1975), 399-405.
    • Τ.Α. Γριτσόπουλος, «Το Κρυφό Σχολειό. Παιδεία των Ελλήνων – Οργάνωσις αυτής μετά την Άλωσιν», Πελοποννησιακά ΙΓ΄ (I978-I979), 1-50.
    • ΛΙΕΕ ΙΓ’ (1959), 471.[11]
  12. Καραμπελιάς Γεώργιος (2011) Συνωστισμένες στο Ζάλογγο: Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας. «Εναλλακτικές Εκδόσεις», Αθήνα. σελ. 10, 139, 140.
  13. Καραμπελιάς, "Συνωστισμένες στο Ζάλογγο": Σελ. 139: «Το Ζάλογγο (συναφώς το Σούλι και οι αλλεπάλληλες εξεγέρσεις των Ελλήνων πριν από την Επανάσταση) αποτελεί, μαζί με το «κρυφό σχολειό», προνομιακό στόχο του εθνο-αποδομητικού εγχειρήματος ...» Σελ. 140: «Ο στόχος έχει τεθεί: αφού έχει πλέον ευρύτατα απονομιμοποιηθεί το "Κρυφό Σχολειό" - δηλαδή, οι αγώνες για την παιδεία και η σχετική συμβολή της Ορθοδοξίας, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας-, θα πρέπει το έργο να ολοκληρωθεί με την απονομιμοποίηση της κλεφτουριάς. Και τί πιο συμβολικό από το Σούλι και τον χορό του Ζαλόγγου
    Πίσω εξώφυλλο: «... στον βαθμό που αναπτύσσεται και εδραιώνεται η «αποδομητική» ιστορική σχολή, θα πρέπει να αναμετρηθεί και με το αγωνιστικό/ανταγωνιστικό στοιχείο των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων. Θα πρέπει να «απομυθοποιηθεί» το κρυφό σχολειό, η 25η Μαρτίου, η Τριπολιτσά, τα Ορλωφικά, η ίδια η «κλεφτουριά»... ... να αποσιωπηθούν ή να υποβαθμιστούν τα επαναστατικά γεγονότα τα οποία προηγούνται της Επανάστασης. Διότι αυτά ακριβώς καταδεικνύουν πως η αφετηρία της δεν ήταν αποκλειστικώς οι λόγιοι κι η «γαλλική Επανάσταση» ...»[σημ. 12]
  14. Ελληνική Επιτροπή «Βοήθεια στο Παιδί», Σχολική Νεοελληνική Ιστορία, Για τις μεγαλύτερες τάξεις του βασικού σχολείου και τα επαγγελματικά, Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», Βουλγαρία, 1951
  15. Ζωίδης Γιώργης, Ιστορία της Ελλάδας, Νέοι Χρόνοι, Βιβλίο Πρώτο, Τουρκοκρατία, Επανάσταση του 1821, για τη Μέση Παιδεία, Panstwowoe Zaklady Wydawnictw Szkolnych, Warszawa 1963.
  16. «Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διαµαρτυρήθηκε στον υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη κι εκείνος, προς τιµήν του, όπως αναφέρεται σε έγγραφο των Τµηµάτων ∆ηµοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως του ΚΕΜΕ προς αθηναϊκή εφηµερίδα της 21.5.1978, έδωσε αµέσως εντολή, από τα υπό εκτύπωση νέα σχολικά βιβλία να απαλειφθή η φράση: «Σύµφωναµε τα τελευταία πορίσµατα της ιστορικής επιστήµης το Κρυφό Σχολειό είναι ένας µύθος και δεν υπήρξε στην πραγµατικότητα», από τη σελ. 173 της «Ιστορίας» της Γ’Λυκείου.»[76]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλαιότερες Αναφορές
  1. Salomon Schweigger, Ein newe Reyssbeschreibung, Νυρεμβέργη 1608, σ. 22.[11]
  2. 2,02,12,22,32,42,52,62,72,8 Τρύφων Ευαγγελίδης, H Παιδεία επί Tουρκοκρατίας, Αθήνα 1936, Tόμος A.
  3. Τρ. Ευαγγελίδης,[αναφ. 2]σελ. 42.
  4. Τρ. Ευαγγελίδης,[αναφ. 2] σελ. 79.
  5. Τρ. Ευαγγελίδης,[αναφ. 2] σελ. 60.
  6. Τρ. Ευαγγελίδης,[αναφ. 2] σελ. 68.
  7. Τρ. Ευαγγελίδης,[αναφ. 2] σελ. 80.
  8. Τρ. Ευαγγελίδης,[αναφ. 2] σελ. 116.
  9. Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Β΄ έκδοσις, εν Λονδίνω 1860, τομ. 1, σ. 194.
  10. Tuckermann Charles, The Greeks of today, G.P. Putnam & Sons, New York, 1872, σσ. 175 και 176.
  11. Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων [1821], «Λόγος προτρεπτικός προς Έλληνας», στο Λόγοι εκκλησιαστικοί εκφωνηθέντες εν τη γραικική εκκλησία της Οδησσού, κατά το 1821-1822 έτος, Βερολίνο, 1833, σελ. 252.
  12. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον, τομ. 3, σελ. 450.
  13. 13,013,1 Α. Δημητρακόπουλος, Eπανορθώσεις σφαλμάτων παρατηρηθέντων εν τη Nεοελληνική φιλολογία του K. Σάθα μετά τινων προσθηκών, Τεργέστη 1872.
  14. Α. Δημητρακόπουλος,[αναφ. 13]σ. 47.
  15. Νικόλαος Δραγούμης, «Απόσπασμα Υπομνημάτων Ανεκδότων[νεκρός σύνδεσμος]», Περιοδικό Πανδώρα, Τόμ. 5, Αρ. 115 (1855).
  16. Φωτάκου: Απομνημονεύματα για την Επανάσταση του 1821, τόμος Α΄, σελ.52, εκδόσεις Βεργίνα.
  17. 17,017,1 René Puaux, The sorrows of Epirus, Hurst & Blackett, London, 1918, σελ. 103.
  18. D. Sanders, Das Volksleben der Neugriechen /dargestellt und erklart aus Liedern, Sprichworten, Kunstgedichten nebst einem Anhange von Musikbeilagen und zwei kritischen Abhandlungen, Mannheim: F. Bassermann, 1844, σ. 78.[11]
  19. Φεγγαράκι μου λαμπρό, στο Ανθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1975.[47]
  20. Τάσος Γριτσόπουλος, Σχολή Δημητσάνης, 1962.
  21. Γιάννης Βλαχογιάννης (15 Αυγ 1945). «Το κρυφό σκολειό». Νέα Εστία 436 (ΛΗ'): 678-683. http://www.ekebi.gr/magazines/flipbook/showissue.asp?file=71917&code=0382. 
  22. Επανέκδοση του «Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων», των Χ. Θεοδωρίδου και Α. Λαζάρου, μέρος Δ', κεφ. ΙΘ'[62]


Σύγχρονη Βιβλιογραφία και Δημοσιεύματα
  1. 1,01,1 Ν. Δ. Βαρμάζης, Ιστορική επισκόπηση της ενδογλωσσικής μετάφρασης: Η ενδογλωσσική μετάφραση στην Τουρκοκρατία, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 12 Φεβρουαρίου 2009.
  2. 2,02,1 λήμμα «Κρυφό σχολειό», εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 36, 2004.
  3. 3,03,1 Αγγέλου 1997, σελ. 60.
  4. 4,04,14,24,3 Φάνης Ι. Κακριδής (17 Μαρ 2011). «Άσκηση απο-απομυθοποίησης: το κρυφό σχολειό ! - Ομιλία του Φάνη Ι. Κακριδή, ομότιμου καθηγητή κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων». Έδρα Εκπαίδευσης. http://www.ereisma.edu.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=603%3A2011-04-01-04-48-00&catid=45%3A2010-06-04-18-01-04&Itemid=87. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρ 2012. [νεκρός σύνδεσμος]
  5. Κακριδής Φάνης (2012) σ. 288.
  6. Αγγέλου 1997, σελ. 19-20. Ανάγνωση βιβλίου στο youtube, λεπτό 21.30 έως 22.20.Το κρυφό σχολειό. Χρονικό ένός μύθου, 1-3
  7. Grigoriadis, Ioannis (2012). Instilling Religion in Greek and Turkish Nationalism: A "Sacred Synthesis". Palgrave Macmillan, σελ. 33, 35. 
  8. Αγγέλου 1997, σελ. 13-18.
  9. H «κατασκευή» της Ιστορίας! Εφημερίδα των Συντακτών 24/03/2014 έντυπη έκδοση
  10. Παρανίκας Ματθαίος, Σχεδίασμα περί της τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων ..., Κων/πολη, 1867, σελ. 6, 7. Παραπέμπει και στα Σοφοκλής Οικονόμος, Βίος Γρηγορίου Μητροπολίτου Ειρηνουπόλεως ... (1860), Περικλής Τριανταφυλλίδης "Η εν Πόντω Ελληνική φυλή", Ευθύμιος Καστόρχης "Περί της εν Δημητσάνη Σχολής" κ.ά.
  11. 11,011,111,211,311,411,511,611,711,8 Χρήστος Πατρινέλης (ΜΒ΄). «Το κρυφό σχολειό και πάλι». Ερανιστής 25/2005: 321-36. http://eranistes.org/index.php/eranistis/article/download/45/220. 
  12. Neoklis Sarris, “Greek-Turkish Relations", Ομιλία στο Πανεπιστήμιο του Reading (Βρετανία), 18 Μαρτίου 1998.:
    "This means that the legendary religious tolerance was purchasable, bought. Even for the determination of the yearly date of Easter a series of officials, the first among whom was the Sultan himself, had to be bribed. Apart from this let us stress the houses for worship of the non-Muslims had to be very humble and miserable buildings under the threat of being converted into shrines, ..."
  13. Διαμαντής Απόστολος «Η έννοια του Κρυφού Σχολειού στην περίοδο της Τουρκοκρατίας». Νέος Ερμής ο Λόγιος, 2012, τ. 4, σ. 136. Για τη διαφορά μεταξύ προνομίου και δικαιώματος παραπέμπει (υποσημ. 8) στο J. Coleman, Ιστορία της πολιτικής σκέψης, μετάφρ. Γ. Χρηστίδης, Κριτική, Αθήνα 2006, τ. Β, σ. 117.
  14. Efthymios Nicolaidis, Susan Emanuel, Science and Eastern Orthodoxy: From the Greek Fathers to the Age of Globalization, Johns Hopkins University Press, 2011, σελ. 130.
  15. Salomon Schweigger, Ein newe Reyssbeschreibung, Νυρεμβέργη 1608, σ. 22 [11]
  16. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος Ι΄, σελ. 380
  17. Gocek Fatma Muge, Ethnic Segmentation, Western Education, and Political Outcomes: Nineteenth-Century, Poetics Today, Vol. 14, No. 3 (1993), σελ. 519, υποσημ. 21.
  18. Noehden (G. H.), "On the Instruction and Civilisation of Modern Greece», The Classical Journal 21 (1820), σ. 192.
  19. Επιστολή του Γρ. Κωνσταντά, αρχείο Βιβλιοθήκης Μηλεών. Δημοσιευμένη και μελετημένη στο Α. Διαμαντή «Τα φώτα και η φθοροποιός των Ελλήνων αποστασία», Τα Ιστορικά, 46, (2008), σ. 33-54. Αναφέρεται στό Διαμαντής Απόστολος «Η έννοια του Κρυφού Σχολειού στην περίοδο της Τουρκοκρατίας». Νέος Ερμής ο Λόγιος, 2012, τ. 4, σ. 139, 140.
  20. Stanhope L., επιστολή προς J. Bowring, Μεσολόγγι 18 Δεκ. 1823, στο Leicester Stanhope, Greece in 1823 and 1824: being a series of letters and other documents on the Greek revolution, written during a visit to that country. Sherwood, Jones, Λονδίνο, 1824, σελ. 48.
    «Όσον αφορά την εκπαίδευση [των Ελλήνων], θρηνώ που οι Τούρκοι αφέντες τους στέρησαν από τα παιδιά τα μέσα να αποκτήσουν εκείνη τη γνώση που οι πρόγονοί τους [των Ελλήνων] τόσο υπέροχα κατείχαν. … αρκετοί γονείς πήγαν σήμερα το πρωί στον Δρ. Μέγιερ και του ανέθεσαν να μου μιλήσει για την ίδρυση ενός σχολείου.»
  21. Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία, 1834, σσ. 60-61: «Εις την αμάθειαν των Τούρκων (α) πρέπει να ομολογήσει ο Έλλην καί τινα χάριν».
    Υποσημ. (α): «Ο κοινότερος χαρακτήρ των Τούρκων ήτον η αμάθεια.»
  22. Παρανίκας Ματθαίος, Σχεδίασμα περί της εν τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων ..., Εν Κωνσταντινουπόλει, 1867, σ. 6
  23. 23,023,1 Ματθαίος Κ. Παρανίκας (1867). Σχεδίασμα περί της εν τω Eλληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως Kωνσταντινουπόλεως μέχρι της ενεστώσης (ιθ') εκατονταετηρίδος, σελ. 224. http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/a/1/4/metadata-01-0000232.tkl&do=70361.pdf. ,Kωνσταντινούπολη
  24. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους: από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930, Τόμος Ε', Μέρος Β', Αθήνα: 1932, σσ. 164-66
  25. Αγγέλου 1997, σελ. 40.
  26. Tρύφων Eυαγγελίδης, H Παιδεία επί Tουρκοκρατίας, Tόμοι A-B, Aθήνα, 1936.
  27. Χάρτης με τα ρωμαίικα Γυμνάσια την περίοδο 1620-1821, όπως παρατίθεται στο G. P. Henderson, The Revival of Greek Thought (1620-1830), 5-6. State University of New York Press, Albany, New York, 1970.
  28. Βλ. William Martin Leake, Travels in Northern Greece, Λονδίνο: 1835
  29. Ερμής ο Λόγιος, τεύχος 1, 1 Ιαν. 1811, σελ. 9, Βουκουρέστι] «Το 1804, αδεία των κρατούντων, συνεστήθη εν Κωνσταντινουπόλει εν Γυμνάσιον ... »
  30. Προς τους φιλομαθείς Έλληνας, άρθρο στην εφημ. "Ερμής ο Λόγιος", 15 Ιουλ. 1813, σελ. 130 κ.ε.: «Αλλ' έμελον τάχα οι Έλληνες να κατακρατώνται έτι εις τα δεινότατα δεσμά του πυκνοτάτου και πολυχρονίου σκότους της απαιδευσίας, εν ώ η Παιδεία εξήπλωσε τόσον τας ευεργετικάς και λαμπροτάτας αυτής ακτίνας;»
  31. Διαμαντής Απ., (2012), σ. 148, υποσημ. 37.
  32. Χρονόπουλος Β. Νικόλαος, "Η αλήθεια για το Κρυφό Σχολειό", εκδ. "Πλάτανος", Αθήνα, 2002, σ. 58, 71.
    Ο Ν. Χρονόπουλος είναι διδάκτωρ Θεολογίας. Υπήρξε επίκουρος καθηγητής του Παν/μίου Κρήτης. (Αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του ανωτέρω βιβλίου).
  33. Αγγέλου 1997, σελ. 30.
  34. Ευθυμίου Π. Γρηγόριος, "Η παιδεία εν Διδυμοτείχω κατά την τουρκοκρατίαν, εκ των σωζομένων κωδίκων και παλαιών βιβλίων και εγγράφων της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου. Αρχειακή μελέτη, μέρος Β’", Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 1956, τομ. 21, , σ. 40, 41.
    "Κατά το 1883 ήρξαντο αυστηροί περιορισμοί εκ μέρους της τουρκικής κυβερνήσεως και ως προς τα εν τοις σχολείοις διδασκόμενα και χρησιμοποιούμενα βιβλία και ως προς τους εν αυτοίς διδάσκοντας, οι οποίοι έπρεπε του λοιπού να ώσιν εφωδιασμένοι διά σχετικής κυβερνητικής αδείας. Περί τούτου μαρτυρεί και η εξής Πατριαρχική και Συνοδική εγκύκλιος της 3 Μαρτίου έτους 1883: «Ιωακείμ ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως ... Ιερώτατε Μητροπολίτα πρόεδρε Διδυμοτείχου, … Η Σ. αυτοκρατορική ημών κυβέρνησις, κατασχεθέντων εσχάτως εν τη πρωτευούση εκ του εξωτερικού λάθρα εισαχθέντων επιληψίμων τινών ελληνικών διδακτικών βιβλίων, δι’ επανειλημμένων αυτής υψηλών τεζκερέδων προήχθη ίνα απευθύνη ημίν αξίωσιν περί απαγορεύσεως της εισαγωγής των βιβλίων τούτων εις τα ημέτερα σχολεία. ..."
  35. Αντώνης Λιάκος (8 Μαρτίου 1998). «Διάλογος Είναι μύθος το «κρυφό σχολειό»;». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=96898. Ανακτήθηκε στις 6 Ιουνίου 2012. 
  36. Κακριδής Φάνης, εφημ. "Το Βήμα", 22/02/1998.
  37. Gonda Van Steen, Liberating Hellenism from the Ottoman Empire: Comte de Marcellus and the Last of the Classics. Palgrave Macmillan, USA, 2010, σ. 93.
  38. Λουκάτος Σπύρος, "Λαϊκός βίος και πολιτισμός - Άμεσες λαογραφικές επιπτώσεις από την τουρκική κατάκτηση", στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (1977), τομ. 10, σ. 440.
  39. άρθρο του Δημοσθένη Γκαβέα, "Τα Δωδεκάνησα και τα Κρυφά Σχολειά", Εφημερίδα Ρήξη, 4 Μαρτίου 2017
  40. Κωφός Ευάγγελος, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ', κεφ. "Μακεδονία", σ. 385.
  41. 41,041,1 Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.
  42. «Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας», Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, σελ. 217, Αθήνα 1999.[41]
  43. Sanders D., διαθέσιμο ως pdf, σελ. 78, ή σελ. 91 του φυλλομετρητή. Αυτή η έκδοση του τραγουδιού είναι πρακτικά ίδια με αυτή του C. Fauriel όπου φέρει τον τίτλο «Οι δύω δούλοι και η κυρά».
  44. Fauriel Claude Charles, Chants populaires de la Grece moderne, τομ. 2, σελ. 74 του φυλλομετρητή
  45. Αγγέλου 1997, σελ. 18.
  46. Tuckerman Charles, The Greeks of to-day, G.P. Putnam & Sons, N. York, 1872, σελ. 175.
  47. 47,047,1 Δημοτικό: Φεγγαράκι μου λαμπρό – (snhell.gr, ηλεκτρονική έκδοση του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού).
  48. Πληροφορίες για τον Οργανισμό Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.
  49. Πολίτης 2000, σελ. 31
  50. Μανώλης Πιμπλής, «Μύθοι και σκληρές αλήθειες για την Επανάσταση του 1821», εφημερίδα Τα Νέα, Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010.
  51. Πολίτης 2000, σελ. 29-33
  52. Χρονόπουλος, σ. 95, 96. Για την ιστορία της Τήνου παραπέμπει στους Απ. Βακαλόπουλο, Ιστορία Νέου Ελληνισμού, Δ', 76, 77, και Αλέξ. Στυλ. Λαγουρό, Η ιστορία της Τήνου ..., Αθήναι 1965, σ. 45, 46, 69.
  53. Σαράντος Καργάκος, εφημερίδα Εξουσία, 24/4/1998
  54. Ο Όσιος Δαυίδ και καλογεροδάσκαλοι της Βαρνάκοβας επί Τουρκοκρατίας (Ι.Μ. Παναγίας Βαρνάκοβας, 2004).
  55. 55,055,1 Αγγέλου 1997, σελ. 16.
  56. Χρονόπουλος, σ. 77. Παραπέμπει στο Ευθύμιος Καστόρχης, Περί της εν Δημητσάνη Ελληνικής Σχολής ..., εν Αθήναις, 1847, σ. γ'.
  57. 57,057,1 Παναγιώτης Στάθης, «Το κρυφό σχολειό: διαδρομές του μύθου, διαδρομές της ιστορίας» Πρακτικά συνεδρίου «Η ιστορία ως διακύβευμα , Μορφές σύγχρονης ιστορικής κουλτούρας», cd ένθετο Historein 4 (2003-2004)
  58. Νικόλαος Τωμαδάκης , « Η σχολική ζωή εις την δημώδη ποίησίν μας», Αθηνά, τομ.77, (1978-1979), σελ.387
  59. Διαμαντής Απόστολος, Η έννοια του Κρυφού Σχολειού στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Νέος Ερμής ο Λόγιος, τχ. 4 (2012), σ. 143-146.
  60. Μαμώνη Κυριακή (δ.φ.) Τρεις κώδικες της επισκοπής Μετρών και Αθυρά. Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 1956, Τομ. 21, σ. 130:
    "Αλλά και εις αυτάς τας δημοσιεύεις του Μαν. Γεδεών τα αφορώσας εις τα υπό του Γερασίμου γεγραμμένα σημειώματα, υπάρχουν πλείσται παραλείψεις, και πλείστα κενά, οφειλόμενα αποκλειστικώς και μόνον εις λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Διότι δεν ήτο δυνατόν να έλθουν εις φως αλώβητα και πλήρη κείμενα, δυνάμενα να κλονίσουν τα κατά τους χρόνους εκείνους αγαθάς οπωσδήποτε μετά των Τούρκων σχέσεις μας. Εις τας δημοσιεύσεις αυτάς, ελλείπει παν ό,τι θα ηδύνατο να παραβλάψη έστω και κατ’ ελάχιστον τας σχέσεις αυτάς. Οπωσδήποτε όμως αι υπ’ αυτού φερόμεναι εις φως σ.[ημειώσεις] των κωδίκων, δεν είναι πάντοτε πισταί και ακριβείς."
  61. Αγγέλου 1997, σελ. 13-14.
  62. 62,062,162,262,3 Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Το κρυφό σχολειό», Πελοποννησιακά, τομ. ΙΓ' (1978-79)
  63. Τάσος Γριτσόπουλος, ΤΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΟΝ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, Περιοδικὸ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Ιούλιος 2004.
  64. Σημειώνεται όμως ότι μετά την Επανάσταση πληθαίνουν γενικώς οι εκδόσεις εντύπων. Βλ. «Ελληνική Τυπογραφεία», εφημ. Καθημερινή, 7 Απρ. 1996, σελ. 8, 12.
  65. Ιστορία του Ελληνικούς Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Ι, σ.367.
  66. Αγγέλου 1997, σελ. 45.
  67. Αγγέλου 1997, σελ. 81.
  68. Βερέμης Θάνος, συνέντευξη στην τηλεοπτική εκπομπή «Νέοι Φάκελλοι» της 28/2/2011, τηλεοπτ. σταθμός «Σκάι». Αναφέρεται επίσης στο Ν.Δαπέργολα, «Οι «μύθοι» του ’21 και οι ψευδο-επιστημονικές «τεχνικές» της αποδόμησης», ιστοσελίδα «Αντιφωνητής Online».
  69. Δαπέργολας Ν., Οι «μύθοι» του ’21 και οι ψευδο-επιστημονικές «τεχνικές» της αποδόμησης, Αντιφωνητής. Ανάκτηση 29/11/2012.
  70. Κοντογιώργης Γεώργιος (2012), Απομαγνητοφώνηση ομιλίας κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Καραμπελιά «Συνωστισμένες στο Ζάλογγο», 23 Ιαν. 2012. Διαθέσιμο στο http://ardin-rixi.gr/archives/3513, σημείο 0:42:00 κ.ε.
    «Κυρίες και κύριοι,
    Εάν θα είχα να πώ κάτι προεισαγωγικό για το αίτιο αυτού του βιβλίου, ... που συζητάμε σήμερα, αυτό θα ήταν ο έλεγχος αυτού που σήμερα ονομάζεται “πανεπιστήμιο”, που έχει μεταβληθεί σε εκτροφείο μιας ριζικής πολεμικής αντίθεσης εναντίον της κοινωνίας. Θα έπρεπε να ελεγχθούν αυτοί που δώσανε σ'αυτή την κυρία (εννοεί την Β.Δ. Ψιμούλη) διδακτορικό ... Ελέγχεται (εννοεί την Ψιμούλη) διότι παραποιεί τις πηγές και αγνοεί την ιστορία. Είμαστε δηλαδή μεταξύ μηδενικών – Πολίτης – και μηδενιστών – Ψιμούλη.»
  71. Διαμαντής Απόστολος "Η έννοια του Κρυφού Σχολειού στην περίοδο της Τουρκοκρατίας". Νέος Ερμής ο Λόγιος, 2012, τ. 4, σ. 133, 135, 151.
  72. Διαμαντής Απ., «Η έννοια του Κρυφού Σχολειού στην περίοδο της Τουρκοκρατίας», Περιοδικό Νέος Ερμής ο Λόγιος, τεύχ. 4, 2012
  73. Γκαβέας, Δημοσθένης. «Αρβελέρ: «Η Ελλάδα δεν γνώρισε Διαφωτισμό. Ποιός φταίει; Θα το πω, η εκκλησία»». The Huffington Post. http://www.huffingtonpost.gr/2016/03/24/arveler-sinedeyxi-elliniki-taytotita-ahrweiler_n_9518210.html?utm_source=Sport24&utm_medium=huffpost_homebig&utm_campaign=24MediaWidget. Ανακτήθηκε στις 24/03/2016. 
  74. Αφροδίτη Αθανασοπούλου, «“Σκοτάδι πνευματικό σκέπασε την Ελλάδα…”: Διαβάζοντας για την παιδεία επί Τουρκοκρατίας στα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», Η Διδακτική της Ιστορίας στην Ελλάδα και η έρευνα στα σχολικά εγχειρίδια, Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, επιμ. Αντρέας Π. Ανδρέου, Αθήνα: Μεταίχμιο,2008,σελ. 233-267.
  75. Τα σχολικά εγχειρίδια νεοελληνικής ιστορίας της υπερορίας, Η επανάσταση του 1821 κάτω από τον προβολέα του ΕΑΜ, Δημήτρης Μαριόλης
  76. 76,076,1 Το «Κρυφό Σχολειό». Η προσφορά της εκκλησίας στην ελληνική παιδεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Κοινωνικά Θέματα αριθ. 3. Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα.
  77. Meselidis 2010, σελ. 41-2,74.
  78. ">Meselidis Stylianos, Teachers, History Wars and Teaching History Grade 6 in Greece, στο βιβλίο Joseph Zajda, Globalisation, Ideology and Education Policy Reforms, Springer, 2010, σελ. 39-48
  79. Ζουράρις Γ. Κώστας, Βέβηλα κίβδηλα σκύβαλα, εκδ. "Αρμός", 2007.
  80. Απόστολος Διαμαντής, "Ιστορία αλά καρτ", 15.3.2007, Lifo/Πολιτική.[1]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φάνης Κακριδής (2012). «Άσκηση απο-μυθοποίησης: Το Κρυφό Σχολειό.». Δωδώνη Φιλολογία. 38 - 39. Ιωάννινα: Επιστημονική επετηρίδα του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, σελ. 280 - 295. ISSN: 1105-7041. 
  • Meselidis, Stilianos (2010). «Teachers, History Wars and Teaching History Grade 6 in Greece». Στο: Zajda, Joseph, επιμ. Globalisation, Ideology and Education Policy Reforms. Globalisation, Comparative Education and Policy Research. 11. Springer, σελ. 41-2, 47. ISBN 9789048135233. 
  • Πολίτης, Αλέξης (2000). Το μυθολογικό κενό. Δοκίμια και σχόλια για την ιστορία, τη φιλολογία, την ανθρωπολογία και άλλα. Αθήνα: Πόλις. ISBN 9789608132191. 
  • Αγγέλου, Άλκης (1997). Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου. ΕΣΤΙΑ. ISBN 960-05-0770-8. 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αφροδίτη Αθανασοπούλου, «“Σκοτάδι πνευματικό σκέπασε την Ελλάδα…”: Διαβάζοντας για την παιδεία επί Τουρκοκρατίας στα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», Η Διδακτική της Ιστορίας στην Ελλάδα και η έρευνα στα σχολικά εγχειρίδια, Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, επιμ. Αντρέας Π. Ανδρέου, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2008, σελ. 233-267
  • Αντώνης Αναστασόπουλος, «Προσεγγίζοντας το ζήτημα της ανάγνωσης των πηγών: μια μαρτυρία περί οικοδιδασκαλίας τον 17ο αιώνα και το Κρυφό Σχολειό», Τα Ιστορικά, 53 (Δεκέμβριος 2010), 349-364.
  • Μανουήλ Γεδεών, Η Πνευματική Κίνησης του Γένους κατά τον ΙΗ' και ΙΘ' αιώνα, Αθήνα 1976.
  • Ηλίας Γκρης, Το 1821 στην ελληνική ποίηση, Κέδρος, 2011. ([2], [3])
  • Σοφία Ηλιάδου-Τάχου – Ανδρέας Ανδρέου,« Οι δομές της παιδείας στα «κρυφά σχολειά» (1453-1912). Από το μύθο στην επιστημονική προσέγγιση της Ελληνικής παιδείας την περίοδο της Οθωμανοκρατίας», ΚΘ΄ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 16-18 Μαΐου 2008, Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 85-136
  • Γιώργος Κεκαυμένος, Το Κρυφό Σχολειό. Το Χρονικό μιας Ιστορίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2012. (Ο πρόλογος του βιβλίου, επίσης: Γιώργος Βιδάλης, Οι διακεκαυμένες αλήθειες ενός «μύθου», Ελευθεροτυπία 22 Μαρτίου 2013)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]